Σάκης Ρουβάς – Κάτια Ζυγούλη : Βάφτισαν τον γιο τους!

Κάτω από άκρα μυστικότητα και σε στενό κύκλο, με παρόντες μονο λίγους φίλους και συγγενείς, ο Σάκης Ρουβάς και η Κάτια Ζυγούλη βάφτισαν το δεύτερο παιδάκι τους.

Ο γιος της οικογένειας Ρουβά απέκτησε το όνομα Αλέξανδρος το απόγευμα της Κυριακής σε μια σεμνή τελετή με ελάχιστους καλεσμένους. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Star, όσοι βρέθηκαν στην τελετή είχαν δώσει νωρίτερα το «παρών» και στο σπίτι του ζευγαριού στην περιοχή του Νέου Βουτζά.

Η βάφτιση έγινε σε εκκλησία κοντά στο σπίτι της οικογένειας, ενώ μετά την τελετή ακολούθησε ένα μικρό πάρτι προς τιμήν του νεοφώτιστου. Η κάμερα του Star, μάλιστα, συνέλαβε τον Σάκη Ρουβά μαζί με την εγκυμονούσα Κάτια Ζυγούλη, τον μικρό Αλέξανδρο και τη μεγάλη κόρη τους, Αναστασία, αμέσως μετά τη βάφτιση, ενώ επέστρεφαν στο σπίτι τους με το αυτοκίνητό τους.

Πηγή : yupiii.gr

Η τέχνη αγαπάει το σκάνδαλο

Στο Παρίσι πέταξαν αβγά σε παράσταση του Καστελούτσι. Στις ΗΠΑ μια φωτογραφία του Χριστού μέσα σε ούρα προκαλεί σάλο στη Γερουσία. Και στην Αθήνα ακροδεξιοί και ακραίοι χριστιανοί διαδηλώνουν στο «Χυτήριο». Το αισθητικό γούστο και η πρόκληση του πολιτικού ή θρησκευτικού συναισθήματος

Το ανέβασμα της παράστασης του Ρομέο Καστελούτσι «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού» τον Οκτώβριο του 2011 στο Theatre de la Ville του Παρισιού προκάλεσε έντονη πολεμική. Μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων προχώρησαν σε πικετοφορία έξω από το θέατρο με κυρίαρχο σύνθημα τη φράση «Σταματήστε τη χριστιανοφοβία» απαιτώντας τη διακοπή της παράστασης, η οποία συνεχίστηκε μόνο μετά την επέμβαση της αστυνομίας. Την επομένη δε, και παρά τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας, οι θεατές δέχτηκαν επιθέσεις με αβγά και λάδι.
Τα γεγονότα προκάλεσαν οργισμένες αντιδράσεις, με τον ίδιο τον ιταλό σκηνοθέτη να σχολιάζει παραφράζοντας τον Ιησού. «Τους συγχωρώ γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν» είπε συγκεκριμένα ο Καστελούτσι. «Τους συγχωρώ γιατί είναι αδαείς και η άγνοιά τους είναι πολύ πιο υπεροπτική και βλαπτική γιατί έχει να κάνει με την πίστη».
Λίγους μήνες νωρίτερα, πάντως, το ανέβασμα του ίδιου έργου στην Αθήνα στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ είχε κυλήσει ανώδυνα. Οι όποιες αντιρρήσεις από πλευράς θεατών έμειναν στο επίπεδο του ιδιωτικού σχολιασμού, με ένα υπολογίσιμο τμήμα να μπορεί να ταυτιστεί, ίσως, με μια πρόσφατη, τότε, φράση του κριτικού του βρετανικού «Guardian» μετά τον λονδρέζικο «σταθμό» της παράστασης. «Παρά τις σοκαριστικές προειδοποιήσεις, ένιωσα περισσότερο να βαριέμαι ελαφρώς παρά να προσβάλλομαι από ηθικής άποψης» έγραψε ο Μάικλ Μπίλινγκτον αναφερόμενος, προφανώς, στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καλοντυμένου γιου που σηκώνει τα μανίκια για να αλλάξει πάνες στον γηραιό πατέρα του ο οποίος λερώνεται και λερώνει τα πάντα, με μια υπερμεγέθη αναπαραγωγή του «Σωτήρα του Κόσμου» του Αντονέλο ντα Μεσίνα να κυριαρχεί στο βάθος της σκηνής.
Εξίσου «ήρεμα» κύλησαν οι αθηναϊκές παραστάσεις ενός ακόμη «βλάσφημου» έργου, το ανέβασμα του οποίου στο Παρίσι προκάλεσε επίσης σφοδρές αντιδράσεις σε παραθρησκευτικούς και ακροδεξιούς κύκλους. Ο λόγος για το «Golgota Picnic» του Αργεντινού Ροντρίγκο Γκαρσία, που είδαμε μόλις τον περασμένο Ιούνιο στο Φεστιβάλ Αθηνών και αναφερόταν στη ζωή του Χριστού μέσα από σκληρές εικόνες της καταναλωτικής κοινωνίας. Οσο για το «Οργιο ανεκτικότητας», άλλη μία ανατρεπτική παράσταση του βέλγου «αιρετικού» καλλιτέχνη Γιαν Φαμπρ η οποία «ταξίδεψε» στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2009, η εικόνα του Ιησού που με τον σταυρό στο χέρι παίρνει μέρος στο κάστινγκ ενός φωτογράφου μόδας ήταν μία από τις πλέον ήπιες στο όλο θέαμα…
Στο πλαίσιο αυτό, οι ετεροχρονισμένες αντιδράσεις στην παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου «Αθανάσιος Διάκος: Η επιστροφή» και, πιο πρόσφατα, όσα συνέβησαν στο θέατρο «Χυτήριο» με την ευκαιρία του ελληνικού ανεβάσματος του έργου του Τέρενς Μακ Νάλι «Corpus Christi» θα μπορούσαν και να προκαλούν έκπληξη για λόγους πέραν των προφανών και πολυσυζητημένων τις τελευταίες ημέρες.
Πού οφείλονται; Σε ένα διαρκώς επιδεινούμενο κλίμα έντασης που πυροδοτεί η σύγκρουση των άκρων; Στον «ηθικιστικό λαϊκισμό» ο οποίος σύμφωνα με ορισμένους υποδαυλίζεται (και) από μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης; Σε κάποια τυχαία συγκυρία; Σε όλα αυτά μαζί; ‘Η μήπως σε κάτι άλλο;
Η αλήθεια είναι ότι το «σοκ» στην τέχνη με όχημα τη «βλασφημία» έχει προηγούμενο στα πρόσφατα χρόνια στη χώρα μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποκαθήλωση του έργου του Βέλγου Τιερί ντε Κορντιέ από την έκθεση Οutlook το 2003, περίπου ενάμιση μήνα μετά τα εγκαίνιά της και αφού την είχαν επισκεφθεί ήδη περισσότερα από 20.000 άτομα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 2007, η κατάσχεση του βίντεο της Εύας Στεφανή από την έκθεση Art Athina και η συνακόλουθη σύλληψη του διευθυντή της διοργάνωσης για «παράβαση του νόμου περί ασέμνων και προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους» έφερε για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο τη συζήτηση περί λογοκρισίας και ύπαρξης ή μη ορίων στην τέχνη.

Σοκ και δέος σε έναν σκληρό κόσμο
Αραγε η τέχνη έχει ακόμα τη δύναμη να σοκάρει; Εχει νόημα κάτι τέτοιο σε μια εποχή που με ένα απλό «κλικ» στο Διαδίκτυο ο καθένας αποκτά πρόσβαση ακόμη και στις σκληρότερες εικόνες; Ποιο συναίσθημα διαδέχεται το «οχ!» του αρχικού σοκ; Τα παραπάνω ερωτήματα τέθηκαν στο επίκεντρο της μεγάλης έρευνας που διενήργησαν πριν από περίπου έναν μήνα οι «Times» της Νέας Υόρκης.
Για δύο εβδομάδες, κριτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι και αναγνωστικό κοινό συμμετείχαν στον δημόσιο διάλογο ο οποίος διεξήχθη με φόντο την ερασιτεχνική ταινία «Η αθωότητα των μουσουλμάνων», η οποία προκάλεσε απίστευτης αγριότητας γεγονότα στον αραβικό κόσμο (ο απόηχός της έφθασε και στη χώρα μας), την καταδίκη των μελών του γυναικείου πανκ συγκροτήματος Pussy Riot στη Ρωσία, αλλά και την επανέκθεση της πολυσυζητημένης φωτογραφίας «Piss Christ» του Αντρές Σεράνο σε γκαλερί της Νέας Υόρκης.
Η παρουσίαση αυτής της φωτογραφίας – η οποία απεικονίζει τον Ιησού «βουτηγμένο» στα ούρα – το 1989 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Αμερικανική Γερουσία και οδήγησε στην τροποποίηση του καθεστώτος των καλλιτεχνικών επιχορηγήσεων. Εν προκειμένω, η προοπτική της νέας παρουσίασής της οδήγησε σε προσπάθειες αναβίωσης του «πολιτιστικού πολέμου». Χαρακτηριστική η αντίδραση Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή ο οποίος κατηγόρησε τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα για «θρησκευτική υποκρισία» καλώντας τον να καταδικάσει τη φωτογραφία με την ίδια οξύτητα που χρησιμοποίησε κατά της βέβηλης για τον Μωάμεθ ταινίας.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στους «Times» η κριτικός Μάγκι Νέλσον, συγγραφέας του βιβλίου «Η τέχνη της σκληρότητας: μια εκτίμηση», διαφωνεί με την άποψη του σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε σύμφωνα με την οποία η τέχνη, αντανακλώντας τη σκληρότητα του κόσμου, «βιάζει τον θεατή στην ανεξαρτησία». Η ίδια είπε χαρακτηριστικά: «Μου αρέσει όταν οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν τις μη διαχειρίσιμες συνέπειες της δουλειάς τους αντί να προσπαθούν να τις κρύψουν πίσω από σχόλια του τύπου “η δουλειά μου δεν είναι σκληρή, ο κόσμος είναι σκληρός”. Οι καλλιτέχνες δεν είναι ηθικολόγοι ή ψυχολόγοι. Θα προτιμούσα να παραδεχτούμε ότι, απεικονίζοντας σοκαριστικές ή βίαιες συμπεριφορές, προκαλούμε πάντα δύσκολες ερωτήσεις ως προς την ηδονοβλεψία, τον σαδισμό, τον μαζοχισμό και την ερωτική διέγερση και ότι αυτές οι προκλήσεις δεν μένουν πάντα υπό τον έλεγχο του καλλιτέχνη».

Στροφή προς τον συντηρητισμό
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Γιαν Φαμπρ διέκρινε μια γενικότερη στροφή προς τον συντηρητισμό. «Πριν από δέκα χρόνια συμμετείχα σε κάποιο φεστιβάλ και αν κάποιος έφευγε στη μέση της παράστασης, οι υπεύθυνοι έλεγαν: “α, κάτι σημαντικό γίνεται εδώ, κάτι καινούργιο”. Τώρα τρέμουν αυτού του είδους τις αντιδράσεις του κόσμου. Φοβούνται τις κακές κριτικές, τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αυτό στις επιχορηγήσεις ή στις ιδιωτικές χορηγίες.».
Για τον Φαμπρ ο όρος πρόκληση είναι ταυτισμένος με το ζωντάνεμα του μυαλού. «Ωστόσο εγώ ουδέποτε είχα την πρόθεση να προκαλέσω, να δημιουργήσω σκάνδαλο» έλεγε στην ίδια συνέντευξη. «Απλώς μιλώ για πράγματα που με ενδιαφέρουν και τυχαίνει κάποιοι να προκαλούνται. Δεν είναι όμως αυτό το σημείο εκκίνησής μου. Συχνά οι άνθρωποι βιάζονται να χαρακτηρίσουν προκλητικό ό,τι δεν καταλαβαίνουν, ό,τι δεν μπορούν να κατατάξουν σε μια κατηγορία ή κάτι με το οποίο δεν θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά, ώστε να επικοινωνήσουν μαζί του. Κανένα σοβαρό έργο τέχνης όμως δεν ξεκινά με σκοπό να προκαλέσει».
Στροφή προς τον συντηρητισμό διακρίνει τα τελευταία χρόνια και ο βρετανός σκηνοθέτης όπερας Γκράχαμ Βικ, ένα ακόμη «τρομερό παιδί» της ευρωπαϊκής σκηνής. Με αφορμή το ντεμπούτο του στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια, ο ίδιος εξομολογούνταν στο «Βήμα» ότι κατά καιρούς έχει υποστεί πολλές προσωπικές επιθέσεις και διατηρεί φακέλους ολόκληρους με μηνύματα μίσους.
Τι νόημα δίνει ο ίδιος στις λέξεις «ρίσκο», «πρόκληση» και «σκάνδαλο»; «Το ρίσκο είναι η κινητήριος δύναμη. Η πρόκληση με παραπέμπει στη στενομυαλιά, ενώ το σκάνδαλο το βρίσκω άχρηστο. Συνήθως με αποκαλούν προκλητικό όταν ακριβώς δεν το επιδιώκω. Θέλω να έχω μπροστά μου ένα “στοίχημα”, αλλά δεν είναι στις προθέσεις μου να δημιουργώ σκάνδαλα…».

Από την οργή του Ρούζβελτ στο «κομμένο» φιλί
Ποια ήταν άραγε η πιο σοκαριστική στιγμή στην Τέχνη του 20ού αιώνα; Με το ερώτημα αυτό οι «New York Times» διεξήγαγαν ψηφοφορία αναμέσα στο αναγνωστικό τους κοινό στο πλαίσιο ευρύτερης σχετικής έρευνας. Τα αποτελέσματα έφεραν στην πρώτη θέση την έκθεση «Sensation» στο Μουσείο του Μπρούκλιν το 1999 (ο τότε δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι απείλησε με διακοπή της χρηματοδότησης αν δεν «κατέβαινε» το έργο του νιγηριανής καταγωγής βρετανού καλλιτέχνη Κρις Οφίλι που παρουσίαζε την προσωπογραφία της Παναγίας «διακοσμημένη» με αποσπάσματα πορνοπεριοδικών και κόπρανα ελέφαντα), στη δεύτερη το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και στην τρίτη την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Ιγκορ Στραβίνσκι, η πρεμιέρα της οποίας το 1913 υπήρξε τεράστιο σκάνδαλο.
Κατά την άποψη πολλών, το τελευταίο αυτό γεγονός σε συνδυασμό με την πρώτη Εκθεση Μοντέρνας Τέχνης στις ΗΠΑ, που προκάλεσε την οργή του πρώην προέδρου Θίοντορ Ρούζβελτ λίγο νωρίτερα, δημιούργησε ένα νέο «πολιτιστικό μανιφέστο» ανάγοντας το σοκ σε πολιτιστική αξία.
Το ότι αυτή καθαυτήν η πρόκληση δεν εγγυάται την καλλιτεχνική ποιότητα είναι βεβαίως σαφές και το ελληνικό κοινό διαθέτει ανάλογες εμπειρίες. Στην παραγωγή της «Ρούσαλκα» πριν από μερικά χρόνια στη Λυρική Σκηνή οι αντιδράσεις στο πολυσυζητημένο ομοφυλοφιλικό φιλί του Πρίγκιπα μετέτρεψαν ένα κατά κοινή ομολογία κακό σκηνικό ανέβασμα σε θέμα συζήτησης της σεζόν, το οποίο μάλιστα κατάφερε να υπερβεί τα σύνορα της χώρας μας.
Από την άλλη, το «κόψιμο» του φιλιού μεταξύ ευγενούς και υπηρέτη που επιβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση στο πρώτο επεισόδιο του σίριαλ του BBC «Downton Abbey» πριν από λίγες μόλις ημέρες, συνιστά ακόμη ένα κρούσμα λογοκρισίας και μάλιστα με αφορμή ένα θέμα που έχει ασφαλώς πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ταμπού.  

Πηγή : tovima.gr

Η τέχνη αγαπάει το σκάνδαλο

Στο Παρίσι πέταξαν αβγά σε παράσταση του Καστελούτσι. Στις ΗΠΑ μια φωτογραφία του Χριστού μέσα σε ούρα προκαλεί σάλο στη Γερουσία. Και στην Αθήνα ακροδεξιοί και ακραίοι χριστιανοί διαδηλώνουν στο «Χυτήριο». Το αισθητικό γούστο και η πρόκληση του πολιτικού ή θρησκευτικού συναισθήματος

Το ανέβασμα της παράστασης του Ρομέο Καστελούτσι «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού» τον Οκτώβριο του 2011 στο Theatre de la Ville του Παρισιού προκάλεσε έντονη πολεμική. Μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων προχώρησαν σε πικετοφορία έξω από το θέατρο με κυρίαρχο σύνθημα τη φράση «Σταματήστε τη χριστιανοφοβία» απαιτώντας τη διακοπή της παράστασης, η οποία συνεχίστηκε μόνο μετά την επέμβαση της αστυνομίας. Την επομένη δε, και παρά τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας, οι θεατές δέχτηκαν επιθέσεις με αβγά και λάδι.
Τα γεγονότα προκάλεσαν οργισμένες αντιδράσεις, με τον ίδιο τον ιταλό σκηνοθέτη να σχολιάζει παραφράζοντας τον Ιησού. «Τους συγχωρώ γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν» είπε συγκεκριμένα ο Καστελούτσι. «Τους συγχωρώ γιατί είναι αδαείς και η άγνοιά τους είναι πολύ πιο υπεροπτική και βλαπτική γιατί έχει να κάνει με την πίστη».
Λίγους μήνες νωρίτερα, πάντως, το ανέβασμα του ίδιου έργου στην Αθήνα στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ είχε κυλήσει ανώδυνα. Οι όποιες αντιρρήσεις από πλευράς θεατών έμειναν στο επίπεδο του ιδιωτικού σχολιασμού, με ένα υπολογίσιμο τμήμα να μπορεί να ταυτιστεί, ίσως, με μια πρόσφατη, τότε, φράση του κριτικού του βρετανικού «Guardian» μετά τον λονδρέζικο «σταθμό» της παράστασης. «Παρά τις σοκαριστικές προειδοποιήσεις, ένιωσα περισσότερο να βαριέμαι ελαφρώς παρά να προσβάλλομαι από ηθικής άποψης» έγραψε ο Μάικλ Μπίλινγκτον αναφερόμενος, προφανώς, στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καλοντυμένου γιου που σηκώνει τα μανίκια για να αλλάξει πάνες στον γηραιό πατέρα του ο οποίος λερώνεται και λερώνει τα πάντα, με μια υπερμεγέθη αναπαραγωγή του «Σωτήρα του Κόσμου» του Αντονέλο ντα Μεσίνα να κυριαρχεί στο βάθος της σκηνής.
Εξίσου «ήρεμα» κύλησαν οι αθηναϊκές παραστάσεις ενός ακόμη «βλάσφημου» έργου, το ανέβασμα του οποίου στο Παρίσι προκάλεσε επίσης σφοδρές αντιδράσεις σε παραθρησκευτικούς και ακροδεξιούς κύκλους. Ο λόγος για το «Golgota Picnic» του Αργεντινού Ροντρίγκο Γκαρσία, που είδαμε μόλις τον περασμένο Ιούνιο στο Φεστιβάλ Αθηνών και αναφερόταν στη ζωή του Χριστού μέσα από σκληρές εικόνες της καταναλωτικής κοινωνίας. Οσο για το «Οργιο ανεκτικότητας», άλλη μία ανατρεπτική παράσταση του βέλγου «αιρετικού» καλλιτέχνη Γιαν Φαμπρ η οποία «ταξίδεψε» στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2009, η εικόνα του Ιησού που με τον σταυρό στο χέρι παίρνει μέρος στο κάστινγκ ενός φωτογράφου μόδας ήταν μία από τις πλέον ήπιες στο όλο θέαμα…
Στο πλαίσιο αυτό, οι ετεροχρονισμένες αντιδράσεις στην παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου «Αθανάσιος Διάκος: Η επιστροφή» και, πιο πρόσφατα, όσα συνέβησαν στο θέατρο «Χυτήριο» με την ευκαιρία του ελληνικού ανεβάσματος του έργου του Τέρενς Μακ Νάλι «Corpus Christi» θα μπορούσαν και να προκαλούν έκπληξη για λόγους πέραν των προφανών και πολυσυζητημένων τις τελευταίες ημέρες.
Πού οφείλονται; Σε ένα διαρκώς επιδεινούμενο κλίμα έντασης που πυροδοτεί η σύγκρουση των άκρων; Στον «ηθικιστικό λαϊκισμό» ο οποίος σύμφωνα με ορισμένους υποδαυλίζεται (και) από μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης; Σε κάποια τυχαία συγκυρία; Σε όλα αυτά μαζί; ‘Η μήπως σε κάτι άλλο;
Η αλήθεια είναι ότι το «σοκ» στην τέχνη με όχημα τη «βλασφημία» έχει προηγούμενο στα πρόσφατα χρόνια στη χώρα μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποκαθήλωση του έργου του Βέλγου Τιερί ντε Κορντιέ από την έκθεση Οutlook το 2003, περίπου ενάμιση μήνα μετά τα εγκαίνιά της και αφού την είχαν επισκεφθεί ήδη περισσότερα από 20.000 άτομα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 2007, η κατάσχεση του βίντεο της Εύας Στεφανή από την έκθεση Art Athina και η συνακόλουθη σύλληψη του διευθυντή της διοργάνωσης για «παράβαση του νόμου περί ασέμνων και προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους» έφερε για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο τη συζήτηση περί λογοκρισίας και ύπαρξης ή μη ορίων στην τέχνη.


Σοκ και δέος σε έναν σκληρό κόσμο
Αραγε η τέχνη έχει ακόμα τη δύναμη να σοκάρει; Εχει νόημα κάτι τέτοιο σε μια εποχή που με ένα απλό «κλικ» στο Διαδίκτυο ο καθένας αποκτά πρόσβαση ακόμη και στις σκληρότερες εικόνες; Ποιο συναίσθημα διαδέχεται το «οχ!» του αρχικού σοκ; Τα παραπάνω ερωτήματα τέθηκαν στο επίκεντρο της μεγάλης έρευνας που διενήργησαν πριν από περίπου έναν μήνα οι «Times» της Νέας Υόρκης.
Για δύο εβδομάδες, κριτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι και αναγνωστικό κοινό συμμετείχαν στον δημόσιο διάλογο ο οποίος διεξήχθη με φόντο την ερασιτεχνική ταινία «Η αθωότητα των μουσουλμάνων», η οποία προκάλεσε απίστευτης αγριότητας γεγονότα στον αραβικό κόσμο (ο απόηχός της έφθασε και στη χώρα μας), την καταδίκη των μελών του γυναικείου πανκ συγκροτήματος Pussy Riot στη Ρωσία, αλλά και την επανέκθεση της πολυσυζητημένης φωτογραφίας «Piss Christ» του Αντρές Σεράνο σε γκαλερί της Νέας Υόρκης.
Η παρουσίαση αυτής της φωτογραφίας – η οποία απεικονίζει τον Ιησού «βουτηγμένο» στα ούρα – το 1989 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Αμερικανική Γερουσία και οδήγησε στην τροποποίηση του καθεστώτος των καλλιτεχνικών επιχορηγήσεων. Εν προκειμένω, η προοπτική της νέας παρουσίασής της οδήγησε σε προσπάθειες αναβίωσης του «πολιτιστικού πολέμου». Χαρακτηριστική η αντίδραση Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή ο οποίος κατηγόρησε τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα για «θρησκευτική υποκρισία» καλώντας τον να καταδικάσει τη φωτογραφία με την ίδια οξύτητα που χρησιμοποίησε κατά της βέβηλης για τον Μωάμεθ ταινίας.
Σε συνέντευξη που παραχώρησε στους «Times» η κριτικός Μάγκι Νέλσον, συγγραφέας του βιβλίου «Η τέχνη της σκληρότητας: μια εκτίμηση», διαφωνεί με την άποψη του σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε σύμφωνα με την οποία η τέχνη, αντανακλώντας τη σκληρότητα του κόσμου, «βιάζει τον θεατή στην ανεξαρτησία». Η ίδια είπε χαρακτηριστικά: «Μου αρέσει όταν οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν τις μη διαχειρίσιμες συνέπειες της δουλειάς τους αντί να προσπαθούν να τις κρύψουν πίσω από σχόλια του τύπου “η δουλειά μου δεν είναι σκληρή, ο κόσμος είναι σκληρός”. Οι καλλιτέχνες δεν είναι ηθικολόγοι ή ψυχολόγοι. Θα προτιμούσα να παραδεχτούμε ότι, απεικονίζοντας σοκαριστικές ή βίαιες συμπεριφορές, προκαλούμε πάντα δύσκολες ερωτήσεις ως προς την ηδονοβλεψία, τον σαδισμό, τον μαζοχισμό και την ερωτική διέγερση και ότι αυτές οι προκλήσεις δεν μένουν πάντα υπό τον έλεγχο του καλλιτέχνη».

Στροφή προς τον συντηρητισμό
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Γιαν Φαμπρ διέκρινε μια γενικότερη στροφή προς τον συντηρητισμό. «Πριν από δέκα χρόνια συμμετείχα σε κάποιο φεστιβάλ και αν κάποιος έφευγε στη μέση της παράστασης, οι υπεύθυνοι έλεγαν: “α, κάτι σημαντικό γίνεται εδώ, κάτι καινούργιο”. Τώρα τρέμουν αυτού του είδους τις αντιδράσεις του κόσμου. Φοβούνται τις κακές κριτικές, τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αυτό στις επιχορηγήσεις ή στις ιδιωτικές χορηγίες.».
Για τον Φαμπρ ο όρος πρόκληση είναι ταυτισμένος με το ζωντάνεμα του μυαλού. «Ωστόσο εγώ ουδέποτε είχα την πρόθεση να προκαλέσω, να δημιουργήσω σκάνδαλο» έλεγε στην ίδια συνέντευξη. «Απλώς μιλώ για πράγματα που με ενδιαφέρουν και τυχαίνει κάποιοι να προκαλούνται. Δεν είναι όμως αυτό το σημείο εκκίνησής μου. Συχνά οι άνθρωποι βιάζονται να χαρακτηρίσουν προκλητικό ό,τι δεν καταλαβαίνουν, ό,τι δεν μπορούν να κατατάξουν σε μια κατηγορία ή κάτι με το οποίο δεν θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά, ώστε να επικοινωνήσουν μαζί του. Κανένα σοβαρό έργο τέχνης όμως δεν ξεκινά με σκοπό να προκαλέσει».
Στροφή προς τον συντηρητισμό διακρίνει τα τελευταία χρόνια και ο βρετανός σκηνοθέτης όπερας Γκράχαμ Βικ, ένα ακόμη «τρομερό παιδί» της ευρωπαϊκής σκηνής. Με αφορμή το ντεμπούτο του στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια, ο ίδιος εξομολογούνταν στο «Βήμα» ότι κατά καιρούς έχει υποστεί πολλές προσωπικές επιθέσεις και διατηρεί φακέλους ολόκληρους με μηνύματα μίσους.
Τι νόημα δίνει ο ίδιος στις λέξεις «ρίσκο», «πρόκληση» και «σκάνδαλο»; «Το ρίσκο είναι η κινητήριος δύναμη. Η πρόκληση με παραπέμπει στη στενομυαλιά, ενώ το σκάνδαλο το βρίσκω άχρηστο. Συνήθως με αποκαλούν προκλητικό όταν ακριβώς δεν το επιδιώκω. Θέλω να έχω μπροστά μου ένα “στοίχημα”, αλλά δεν είναι στις προθέσεις μου να δημιουργώ σκάνδαλα…».

Από την οργή του Ρούζβελτ στο «κομμένο» φιλί
Ποια ήταν άραγε η πιο σοκαριστική στιγμή στην Τέχνη του 20ού αιώνα; Με το ερώτημα αυτό οι «New York Times» διεξήγαγαν ψηφοφορία αναμέσα στο αναγνωστικό τους κοινό στο πλαίσιο ευρύτερης σχετικής έρευνας. Τα αποτελέσματα έφεραν στην πρώτη θέση την έκθεση «Sensation» στο Μουσείο του Μπρούκλιν το 1999 (ο τότε δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι απείλησε με διακοπή της χρηματοδότησης αν δεν «κατέβαινε» το έργο του νιγηριανής καταγωγής βρετανού καλλιτέχνη Κρις Οφίλι που παρουσίαζε την προσωπογραφία της Παναγίας «διακοσμημένη» με αποσπάσματα πορνοπεριοδικών και κόπρανα ελέφαντα), στη δεύτερη το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και στην τρίτη την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Ιγκορ Στραβίνσκι, η πρεμιέρα της οποίας το 1913 υπήρξε τεράστιο σκάνδαλο.
Κατά την άποψη πολλών, το τελευταίο αυτό γεγονός σε συνδυασμό με την πρώτη Εκθεση Μοντέρνας Τέχνης στις ΗΠΑ, που προκάλεσε την οργή του πρώην προέδρου Θίοντορ Ρούζβελτ λίγο νωρίτερα, δημιούργησε ένα νέο «πολιτιστικό μανιφέστο» ανάγοντας το σοκ σε πολιτιστική αξία.
Το ότι αυτή καθαυτήν η πρόκληση δεν εγγυάται την καλλιτεχνική ποιότητα είναι βεβαίως σαφές και το ελληνικό κοινό διαθέτει ανάλογες εμπειρίες. Στην παραγωγή της «Ρούσαλκα» πριν από μερικά χρόνια στη Λυρική Σκηνή οι αντιδράσεις στο πολυσυζητημένο ομοφυλοφιλικό φιλί του Πρίγκιπα μετέτρεψαν ένα κατά κοινή ομολογία κακό σκηνικό ανέβασμα σε θέμα συζήτησης της σεζόν, το οποίο μάλιστα κατάφερε να υπερβεί τα σύνορα της χώρας μας.
Από την άλλη, το «κόψιμο» του φιλιού μεταξύ ευγενούς και υπηρέτη που επιβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση στο πρώτο επεισόδιο του σίριαλ του BBC «Downton Abbey» πριν από λίγες μόλις ημέρες, συνιστά ακόμη ένα κρούσμα λογοκρισίας και μάλιστα με αφορμή ένα θέμα που έχει ασφαλώς πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ταμπού.    

Πηγή : tovima.gr

Παράνομοι σε σκηνοθεσία Τζον Χίλκοουτ, στους κινηματογράφους

Η Odeon παρουσιάζει τη νέα ταινία του Τζον Χίλκοουτ με πρωτότυπο τίτλο «Lawless» και την ελληνική  μετάφραση «Παράνομοι»  που θα κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες, την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012.

Μετά το σκληρό και πεσιμιστικό “The Road”, ο Αυστραλός Τζον Χίλκοουτ καταπιάνεται με το ιστορικό μυθιστόρημα “The Wettest County In The World” και αφηγείται μια αληθινή ιστορία που εκτυλίχθηκε στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Οι Τομ Χάρντι (“The Dark Knight Rises”) και Σάια ΛαΜπέφ (“Transformers”) υποδύονται τους αδελφούς Μπόντουραντ, παραγωγούς και λαθρεμπόρους  παράνομου ουίσκι. Συμπρωταγωνιστούν οι Γκάρι Όλτμαν και Γκάι Πιρς, ενώ το καστ συμπληρώνουν η Τζέσικα Τσαστέιν και η Μία Βασικόφσκα. Το σενάριο έγραψε ο μουσικός Νικ Κέιβ.

Στην εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, οι αδελφοί Μπόντουραντ αποτελούν μύθο στην Πολιτεία Φράνκλιν της Βιρτζίνια. Έχοντας επιβιώσει από τον Μεγάλο Πόλεμο και την ισπανική γρίπη, επιδίδονται στο λαθρεμπόριο του ουίσκι, το λεγόμενο και moonshine επειδή το διακινούν κάτω από το φως του φεγγαριού. Ο ερχομός όμως του Αστυνόμου Ρέικς από το Σικάγο ανατρέπει τις καταστάσεις – κι ενώ όλη η Πολιτεία υποτάσσεται στους καινούργιους και διεφθαρμένους κανονισμούς του, οι Μπόντουραντ δεν υποκύπτουν σε κανέναν.

Ο Σκηνοθέτης
Ο σκηνοθέτης Tζον Χίλκοουτ γεννήθηκε στο Κουίνσλαντ στην Αυστραλία το 1961 και μεγάλωσε στον Καναδά. Έχει σκηνοθετήσει βίντεο κλιπ για καλλιτέχνες όπως οι Siouxsie and the Banshees, Depeche Mode, Placebo και Νικ Κέιβ. Το 1988 σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλη μήκους, το “Ghosts Of The Civil Dead”, για το σενάριο του οποίου συνεργάστηκε με τον Κέιβ και βασίζεται στη ζωή του εγκληματία και μετέπειτα συγγραφέα Τζακ Άμποτ. Ακολούθησε το 1996 το “To Have and To Hold” με πρωταγωνιστή τον Τσέκι Καριό, και το 2005 το “The Proposition”, και πάλι σε σενάριο του Κέιβ, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Γκάι Πιρς, η Έμιλι Γουότσον και ο Ρέι Γουίνστοουν. Το 2009 έκανε αίσθηση η δραματική ταινία “The Road”, από το ομότιτλο βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθι, με τον Βίγκο Μόρτενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το “Παράνομοι” ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών.

Πηγή : culturenow.gr

Πέγκυ Ζήνα «Δεν με νοιάζει τι θα πουν οι πανελίστες στις εκπομπές»

Η Πέγκυ Ζήνα μίλησε στην εκπομπή  “Κορίτσια Για Σπίτι” του MΑΚΕΔΟΝΙΑ TV δίνοντας απαντησεις στους επικριτές της, ενω δεν παρέλειψε να μιλήσει και για τη ζωή με τη μικρή Ηλέκτρα.

Για τα δημοσιεύματα που ανέφερεαν πως η 37χρονη τραγουδίστρια ζει μια υπερπολυτελή και πολυέξοδη ζωή, η ίδια δήλωσε: «Δεν είμαι άνθρωπος που τρελαίνεται για την πολυτέλεια. Με τη δουλειά μου, μπόρεσα κι έφτιαξα τη ζωή μου γιατί δεν βρήκα τίποτα έτοιμο. Είχα και την τύχη να μου κάνουν πολύ καλά δώρα! Μ΄αρέσει πάρα πολύ η θάλασσα. Να είμαστε με το καραβάκι μας και να γυρνάμε στα νησιά. Πέρα απ΄αυτό, δεν μου αρέσουν άλλες πολυτέλειες. Δεν είμαι αυτή που θα ξοδέψω όλα μου τα λεφτά στα ρούχα. Είμαι και ήμουν πάντα της φόρμας και του jean. Γι΄αυτό και δεν θεωρούμαι από τις fashion icon τραγουδίστριες. Θεωρώ υπερβολή να πάω να πάρω επώνυμα ρούχα του παιδιού, που μεγαλώνει και κάθε 3 μήνες αλλάζει νούμερο!».
Πώς αντιμετώπισε, όμως, η ίδια τα αρνητικά κατά καιρούς δημοσιεύματα: «Μόλις πήγαινα λίγο να στεναχωρηθώ έπαιρνα τόση αγάπη από τον κόσμο, και αυτό είναι το βασικό. Δεν με νοιάζει τι θα πουν οι πανελίστες στις εκπομπές. Γιατί οι δημοσιογράφοι δεν λένε συνήθως τέτοια πράγματα. Αυτού του είδους τα σχόλια από έναν πανελίστα, που ας πούμε είναι 50 ετών και αυτό που έχει πετύχει στη ζωή του είναι να είναι στο πάνελ μιας παρουσιάστριας καινούργιας, και να κουτσομπολεύει… αυτού του είδους τα σχόλια δεν με πειράζουν! Καλά, άντε, πες εγώ τα αντιμετωπίζω. Οι δικοί μου άνθρωποι όμως;» ανέφερε.

Όσο για αυτά που τη συνδέουν μετά από τόσα χρόνια σχέσης με τον σύζυγό της, Γιώργο Λύρα, πρόσθεσε: «Ο μεγάλος έρωτας που είχαμε όταν γνωριστήκαμε, έδωσε τη θέση του στην αγάπη. Υπάρχει ακόμα έρωτας, αλλά δεν είναι αρρωστημένος. Αν δεν υπάρχει ασφάλεια κι εμπιστοσύνη, γιατί να είσαι τόσα χρόνια με έναν άνθρωπο;», ενω για την κόρη τους, Ηλέκτρα, είπε: «Ο πιο όμορφος και πιο δύσκολος ταυτόχρονα ρόλος της ζωής μου είναι της μάνας. Με έχει κάνει και πιο ψύχραιμη στη δουλειά μου! Μπορώ και είμαι μια κανονική μαμά».

Πηγή : yupiii.gr

Το πρώτο Juke-R είναι γεγονός!


Το πρώτο supercar στην κατηγορία των compact crossovers είναι γεγονός, με το Nissan Juke-R, των 553 ίππων και των 500.000 ευρώ (!) να έχει παραχθεί, κατόπιν παραγγελίας.
Η ιστορία του Juke-R ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2012, όταν αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά, ως πρωτότυπο, στο Ντουμπάι. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα, το εκρηκτικό μοντέλο έγινε σημείο αναφοράς και τώρα έλαβε σάρκα και οστά με το πρώτο αυτοκίνητο να έχει ήδη παραχθεί, κατόπιν ειδικής παραγγελίας.

Η έκδοση παραγωγής του Juke-R είναι ακόμη πιο δυνατή από αυτή του πρωτοτύπου, με 553 ίππους που αποδίδονται από τον  κινητήρα 3.8 λίτρων, με διπλό υπερσυμπιεστή.  Με τις απίστευτες επιδόσεις του, όπου τα 0-100 km έρχονται σε μόλις 3 δευτερόλεπτα και με την τελική ταχύτητα να περιορίζεται (!) στα 275 χλμ/ώρα, είναι αδιαμφισβήτητα το μοναδικό supercar στην κατηγορία των compact crossovers!

Εκτός των παραπάνω, το Juke-R #001 έχει νέα εμφάνιση, χάρη στις επεμβάσεις των ειδικών του σχεδιαστικού τμήματος της Nissan Europe. Mε τo Juke-R #001 να είναι καθοδόν προς το νέο ιδιοκτήτη του και με το #002 να βρίσκεται στο στάδιο της παραγωγής, αξίζει να σημειωθεί ότι η ακριβής τιμή για την αγορά του έχει να κάνει με τις απαιτήσεις του πελάτη, ως προς τις προδιαγραφές που επιθυμεί. Σε κάθε περίπτωση, η τιμή αυτή ξεκινά από 500.000 ευρώ!

Στο άμεσο μέλλον και για πιο… γήινες τσέπες, θα γνωρίσουμε και το Juke Nismo, το οποίο θα κυκλοφορήσει στην Ευρώπη στις αρχές του 2013, με τον 1.6 DIG-T να προσφέρει ισχύ άνω των 200 PS.

Πηγή : autotriti.gr

Παράνομοι σε σκηνοθεσία Τζον Χίλκοουτ, στους κινηματογράφους

Η Odeon παρουσιάζει τη νέα ταινία του Τζον Χίλκοουτ με πρωτότυπο τίτλο «Lawless» και την ελληνική  μετάφραση «Παράνομοι»  που θα κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες, την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012.

Μετά το σκληρό και πεσιμιστικό “The Road”, ο Αυστραλός Τζον Χίλκοουτ καταπιάνεται με το ιστορικό μυθιστόρημα “The Wettest County In The World” και αφηγείται μια αληθινή ιστορία που εκτυλίχθηκε στην Αμερική της Μεγάλης Ύφεσης. Οι Τομ Χάρντι (“The Dark Knight Rises”) και Σάια ΛαΜπέφ (“Transformers”) υποδύονται τους αδελφούς Μπόντουραντ, παραγωγούς και λαθρεμπόρους  παράνομου ουίσκι. Συμπρωταγωνιστούν οι Γκάρι Όλτμαν και Γκάι Πιρς, ενώ το καστ συμπληρώνουν η Τζέσικα Τσαστέιν και η Μία Βασικόφσκα. Το σενάριο έγραψε ο μουσικός Νικ Κέιβ.

Στην εποχή της Ποτοαπαγόρευσης, οι αδελφοί Μπόντουραντ αποτελούν μύθο στην Πολιτεία Φράνκλιν της Βιρτζίνια. Έχοντας επιβιώσει από τον Μεγάλο Πόλεμο και την ισπανική γρίπη, επιδίδονται στο λαθρεμπόριο του ουίσκι, το λεγόμενο και moonshine επειδή το διακινούν κάτω από το φως του φεγγαριού. Ο ερχομός όμως του Αστυνόμου Ρέικς από το Σικάγο ανατρέπει τις καταστάσεις – κι ενώ όλη η Πολιτεία υποτάσσεται στους καινούργιους και διεφθαρμένους κανονισμούς του, οι Μπόντουραντ δεν υποκύπτουν σε κανέναν.

Ο Σκηνοθέτης
Ο σκηνοθέτης Tζον Χίλκοουτ γεννήθηκε στο Κουίνσλαντ στην Αυστραλία το 1961 και μεγάλωσε στον Καναδά. Έχει σκηνοθετήσει βίντεο κλιπ για καλλιτέχνες όπως οι Siouxsie and the Banshees, Depeche Mode, Placebo και Νικ Κέιβ. Το 1988 σκηνοθετεί την πρώτη του μεγάλη μήκους, το “Ghosts Of The Civil Dead”, για το σενάριο του οποίου συνεργάστηκε με τον Κέιβ και βασίζεται στη ζωή του εγκληματία και μετέπειτα συγγραφέα Τζακ Άμποτ. Ακολούθησε το 1996 το “To Have and To Hold” με πρωταγωνιστή τον Τσέκι Καριό, και το 2005 το “The Proposition”, και πάλι σε σενάριο του Κέιβ, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Γκάι Πιρς, η Έμιλι Γουότσον και ο Ρέι Γουίνστοουν. Το 2009 έκανε αίσθηση η δραματική ταινία “The Road”, από το ομότιτλο βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθι, με τον Βίγκο Μόρτενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το “Παράνομοι” ήταν υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών.

Πηγή : culturenow.gr

πνοη μας, η αξιολογηση σας