Αρχείο ετικέτας tovima.gr

Λιγότεροι στα Μουσεία, περισσότεροι στους αρχαιολογικούς χώρους

Mείωση των επισκεπτών των Μουσείων τον μήνα Φερβουάριο του 2012 και μάλιστα σε ποσοστό 23,7%, καθώς και μείωση των εισπράξεων κατά 42,2% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2011 παρουσιάζει η πρόσφατη έρευνα κίνησης Μουσείων και Αρχαιολογικών Χώρων που παρουσιάστηκε την Τρίτη.

Διαφορετική εικόνα ωστόσο διαμορφώνεται στους αρχαιολογικούς χώρους με αύξηση των επισκεπτών κατά 39,9% και μείωση των αντίστοιχων εισπράξεων σε ποσοστό 45,8% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2011.

Κατά το πρώτο δίμηνο του 2012 παρατηρείται μείωση 19,3% στους επισκέπτες των Μουσείων καθώς και μείωση 34,3% στις εισπράξεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2011.

Δεν συμβαίνει το ίδιο ωστόσο στην εικόνα που παρουσιάζουν οι επισκέψεις των αρχαιολογικών χώρων κατά το πρώτο δίμηνο του 2012. Αντιθέτως, παρατηρείται αύξηση 35,6% στους επισκέπτες και μείωση 30,1% στις εισπράξεις σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2011.

Η έρευνα της κίνησης Μουσείων και Αρχαιολογικών Χώρων παράγει αποτελέσματα από το έτος 1970, με συγκέντρωση από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (TAΠΑ ) του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού των στοιχείων που αναφέρονται στο αριθμό των επισκεπτών και στις εισπράξεις από τα διατεθέντα εισιτήρια στα Μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους.

Πηγή : tovima.gr

Η κληρονομιά μας δεν πουλιέται

Οι αντιδράσεις στην πρακτική του μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα να δημοπρατήσει ένα έργο για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του

Θα πουλούσατε έργο ενός μουσείου για να αντιμετωπίσετε τα οικονομικά του προβλήματα; Το ερώτημα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, της οποίας το πλήθος των μουσείων είναι ταγμένο στη φύλαξη και στην ανάδειξη αρχαιοτήτων, δεν θα μπορούσε παρά να είναι υποθετικό. Πώς θα ήταν δυνατόν να βγάλει στο σφυρί την πολιτιστική κληρονομιά της… Ορισμένα πράγματα άλλωστε, ακόμη και σε εποχές πλήρους κατάρρευσης των αξιών, παραμένουν ψηλά.
Ο διευθυντής του μεγάλου ισπανικού μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα το έπραξε όμως. Η δικαιολογία του σοβαρή, δεδομένου ότι το μουσείο αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, το οποίο εντάθηκε με την οικονομική κρίση. Αλλά και η πράξη του τολμηρή, αφού παρέδωσε έναν από τους πίνακες των συλλογών του προκειμένου να δημοπρατηθεί από τους Christie’s. Αντίστοιχη ενέργεια στην Ελλάδα δύσκολα θα τη διανοούνταν κανείς. Οχι μόνον όσον αφορά την πώληση αρχαιοτήτων και γενικότερα έργων και αντικειμένων που έχουν χαρακτηριστεί μνημεία, διότι αυτό απαγορεύεται ρητώς από το Σύνταγμα και από τον Αρχαιολογικό Νόμο, αλλά και σύγχρονων έργων, τα οποία μπορούν να διακινηθούν ελεύθερα.
Από την άλλη, τα αμερικανικά μουσεία πουλάνε εδώ και χρόνια έργα τους για διάφορους λόγους. Η ουσιώδης διαφορά με την Ισπανία είναι ότι για πρώτη φορά, τουλάχιστον ομολογημένα, η κίνηση αυτή γίνεται λόγω οικονομικών δυσχερειών. Ασχέτως αν το έργο του ρομαντικού τοπιογράφου Τζον Κόνσταμπλ φθάσει στο ζητούμενο ποσό των 21 εκατ. στερλινών, ο διευθυντής του Τίσεν-Μπορνεμίτσα ανοίγει ένα παράθυρο σφραγισμένο καλά ως σήμερα, αναφορικά με τη διαχείριση των μουσείων διεθνώς.

Αϋλη κληρονομιά
«Ακόμη κι αν επιτρεπόταν από τον νόμο, ακόμη κι αν είχα άδεια να το κάνω, δεν θα πουλούσα ποτέ έργο του μουσείου» απαντά στην ερώτηση ο καθηγητής κ. Νίκος Σταμπολίδης, διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, ενός από τα λίγα ιδιωτικά αρχαιολογικά μουσεία της χώρας. «Μόνο πάνω από το πτώμα μου!» είναι εξάλλου η αντίδραση της δόκτορος Αγγελικής Κοτταρίδη, η οποία ως προϊσταμένη της ΙΖ’ Εφορείας Αρχαιοτήτων έχει στην ευθύνη της το Μουσείο των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας, τα αρχαιολογικά μουσεία Πέλλας και Βέροιας, καθώς και το Βυζαντινό Βέροιας.
Η διαφορά άλλωστε μεταξύ ενός αρχαίου αντικειμένου και ενός σύγχρονου έργου τέχνης είναι ειδοποιός, αφού ένα έργο ζωγραφικής ή γλυπτικής παράχθηκε για να πουληθεί, αντίθετα με τις αρχαιότητες, που είναι ευρήματα ανασκαφών και υπήρξαν κάποτε ιδιοκτησίες ανθρώπων. «Είναι υλικά έργα, αλλά η υπόστασή τους είναι άυλη» τονίζει η κυρία Κοτταρίδη. «Τι θα μπορούσα δηλαδή να πουλήσω; Ενα χρυσελεφάντινο κομματάκι από την κλίνη του Φιλίππου;».
Σύμφωνα με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο ωστόσο, η πώληση έργων για την Εθνική Πινακοθήκη (και για τα μουσεία σύγχρονης τέχνης) δεν είναι απαγορευτική. Η διευθύντριά της κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είναι όμως αρνητική σε κάθε πιθανότητα πώλησης. «Προσωπικά δεν θα το τολμούσα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πάρω μια τέτοια απόφαση, ακόμη και σε έσχατη ανάγκη» δηλώνει.

Οι προτάσεις
Το ερώτημα επομένως της οικονομικής ενίσχυσης των μουσείων παραμένει. Ετσι η αναζήτηση νέων τρόπων χρηματοδότησής τους είναι επιτακτική. «Σε έσχατη ανάγκη θα ζητούσα από τους υποψήφιους αγοραστές να “υιοθετήσουν” ένα έργο, αφήνοντάς το όμως στη θέση του, στο μουσείο» προτείνει ο κ. Σταμπολίδης, ενώ για την κυρία Κοτταρίδη απαιτείται ευελιξία και ευρηματικότητα: «Οταν οι Αμερικανοί πουλούν το δικαίωμα συμμετοχής σε μια ανασκαφή αντί 3.000 δολαρίων και όταν οι Σκοπιανοί με τους Βούλγαρους πράττουν το ίδιο προς 1.500 δολάρια για δύο εβδομάδες, είναι φανερό ότι αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς είναι μια νέα πολιτιστική στρατηγική» λέει.
Η ίδια θα «πουλούσε» επίσης τη συμμετοχή σε εργαστήρια που θα κατασκευάζουν προϊόντα με την αρχαία τεχνογνωσία – υφαντά, κεραμικά, μεταλλικά έργα, εικόνες -, τα οποία θα διατίθενται στη συνέχεια στο εμπόριο. Ακόμη DVD, παιχνίδια και διαδικτυακές εφαρμογές. Αλλά και τη δικτύωση αρχαιολογικών χώρων για την παροχή περισσότερων υπηρεσιών στους επισκέπτες. Γιατί δεν γίνονται όμως όλα αυτά;
«Είμαστε έτοιμοι για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη διαχείριση των μουσείων» λέει η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη. «Γιατί με τους ισχύοντες νόμους μια χορηγία μπορεί να μη φθάσει ποτέ στον φορέα για τον οποίο προορίζεται, και αυτό εξαιτίας της εγγραφής της στον τακτικό προϋπολογισμό, ενώ και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, που έχει την αρμοδιότητα παραγωγής αντιγράφων και άλλων προϊόντων για τα πωλητήρια, είναι ξεπερασμένο προ πολλού» παραδέχεται η ίδια.
«Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να σπάσουμε τα ταμπού και τα κατεστημένα του ΤΑΠ και να λάβουμε υπ’ όψιν τη λογική της αγοράς» καταλήγει η κυρία Μενδώνη. Και φαίνεται ότι σήμερα αυτό δεν είναι μόνον αναγκαίο. Είναι υποχρεωτικό.

Στοιβαγμένα στις αποθήκες
Μικρά πήλινα λυχναράκια, ομοιόμορφα μεταξύ τους, κατά εκατοντάδες. Θραύσματα αγγείων κατά χιλιάδες. Στοιβαγμένα αναγκαστικά στις αποθήκες των μουσείων ή των Εφορειών Αρχαιοτήτων πολλά ευρήματα των ανασκαφών που δεν παρουσιάζουν ξεχωριστό αρχαιολογικό ενδιαφέρον παραμένουν σε αχρηστία. Η παραχώρησή τους απαγορεύεται, παρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί για την πώληση ή δωρεά τους σε μουσεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και γενικότερα σε φορείς του εξωτερικού που προάγουν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
«Δεν υπάρχει λόγος να πωληθούν γιατί η οικονομική τους αξία δεν είναι τέτοια που να λύνει κάποιο πρόβλημα. Αντίθετα, και το μικρότερο από αυτά έχει την ιδιαίτερη σημασία του για τους επιστήμονες» λέει η αρχαιολόγος κυρία Αγγελική Κοτταρίδη. Για τον καθηγητή κ. Νίκο Σταμπολίδη ωστόσο αποτελούν μια ευκαιρία προβολής της χώρας: «Μπορεί να πωληθούν ή να δωρηθούν, με την προϋπόθεση όμως πάντα ότι θα φέρουν τα στοιχεία της “ταυτότητάς” τους και ότι θα εκτίθενται σε κοινόχρηστους χώρους. Γιατί έτσι θα μπορούσε να αποτελούν ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε άλλον τόπο».

Πηγή : tovima.gr

Ο πολιτιστικός πλούτος της χώρας σε ψηφιακή μορφή

Μέσα από τα διαδικτυακά προγράμματα του αρμόδιου υπουργείου

Μία νέα εποχή αρχίζει για το υπουργείο Πολιτισμού με την υλοποίηση των ψηφιακών προγραμμάτων, που υπόσχονται να φέρουν κοντά σε κάθε ενδιαφερόμενο τον πολιτιστικό πλούτο της χώρας. Παράλληλα θα παρέχουν διευκόλυνση στους πολίτες δίνοντας πληροφορίες για ζητήματα που τους απασχολούν σε σχέση με τις αρχαιότητες.

Ψηφιακές ξεναγήσεις σε μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους, εικονικά μουσεία, παρακολούθηση ανασκαφών, τρισδιάστατες απεικονίσεις διαφόρων μνημείων, εκπαιδευτικά προγράμματα είναι μερικά από τα οφέλη της ψηφιακής σύγκλισης του ΥΠΠΟ για κάθε χρήστη του διαδικτύου.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τους επιστήμονες είναι το πρόγραμμα «Ψηφιακή Αρχαιολογία: Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Διαχείρισης Ανασκαφικών Ερευνών», που υλοποιείται από τη Διεύθυνση Εθνικού Αρχείου Μνημείων του ΥΠΠΟ και εκτός των άλλων θα συγκεντρώνει, θα αποθηκεύει και θα διαχειρίζεται αποτελεσματικά τον μεγάλο αριθμό των ευρημάτων αλλά και των εργασιών αναστήλωσης μνημείων και της συντήρησής τους. Παράλληλα ο πολίτης που θέλει να μάθει το καθεστώς ενός ακινήτου ή γενικότερα την εξέλιξη υπόθεσής του, θα μπορεί να ενημερωθεί μέσω των ανάλογων διαδικτυακών προγραμμάτων.

Τέσσερα είναι τα κεντρικά προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη, συγκεκριμένα το αρχαιολογικό κτηματολόγιο, η καταγραφή μισού εκατομμυρίου κινητών ευρημάτων, η ψηφιοποίηση των πρακτικών των γνωμοδοτικών συμβουλίων και τέλος η απλοποίηση των διαδικασιών των διευθύνσεων του ΥΠΠΟ, που έρχονται σε επαφή με τον πολίτη.

Με συνολικό προϋπολογισμό 80 εκατ. ευρώ περίπου και χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ η ψηφιακή σύγκλιση άρχισε το 2010 και θα ολοκληρωθεί το 2014.

Οπως είπε εξάλλου στη συνεδρίαση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου η γενική γραμματέας του ΥΠΠΟ κυρία Λίνα Μενδώνη το πρόγραμμα επιδιώκει να κάνει τον πολίτη κοινωνό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει να προστατευθεί αποτελεσματικά, ενώ θα συμβάλει και στη διαφάνεια και τη μείωση της γραφειοκρατίας.

Πηγή : tovima.gr

Αρχαιολόγοι με ρεβόλβερ

Εκατό χρόνια αρχαιολογικών ερευνών στη Θάσο, σε ένα λεύκωμα γεμάτο αρχειακό υλικό, συγκεντρωμένο από πολλές γενιές επιστημόνων και καλλιτεχνών


Τέσσερα καπέλα και ένα ρεβόλβερ. Ο νεαρός γάλλος αρχαιολόγος που έφθανε στις αρχές του 1920 στη Θάσο φέρνοντας στο μόλις πριν από λίγα χρόνια απελευθερωμένο νησί τις συνήθειες της εποχής, εκτός από τα καπέλα του (το φελλένιο, το ψάθινο, το πάνινο και την τραγιάσκα) είχε κρίνει σκόπιμο να έχει μαζί του και ένα όπλο. Στο τετράδιό του το μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής δεν εξηγεί τους λόγους αυτής της ανάγκης, όμως οι συνθήκες που επικρατούσαν στο φτωχό νησί ίσως και να τον φόβιζαν.
Πριν από λίγα χρόνια, Απρίλιο του 1911, είχαν αρχίσει οι ανασκαφές στη Θάσο χάρη στο τουρκικό φιρμάνι που είχε εξασφαλίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή σε μία εποχή όπου απαιτούνταν αριστοτεχνικές «διπλωματικές» ενέργειες. Διότι χρειάστηκε να γίνει ταυτοχρόνως διαπραγμάτευση με τον αιγύπτιο χεδίβη για τις αιγυπτιακές ιδιοκτησίες, να ζητηθεί άδεια από τα μοναστήρια του Αθω που διέθεταν κτήματα στο νησί και να γίνουν συμβόλαια με τους ιδιοκτήτες, κάτι που οι ανασκαφείς φαίνεται ότι αρχικά είχαν αγνοήσει.
Σήμερα, έναν αιώνα έπειτα από εκείνες τις δύσκολες αλλά γόνιμες ημέρες, η αποκάλυψη της σπουδαίας αρχαίας πόλης του Βορρά έχει ολοκληρωθεί. Η διαδρομή όμως αποτελεί ένα πολύτιμο αρχαιολογικό, πολιτιστικό και ιστορικό αρχείο, που περιλαμβάνεται τώρα στο λεύκωμα «100 χρόνια γαλλικές ανασκαφές στη Θάσο, 1911-2011», μία συνέκδοση της Γαλλικής Σχολής Αθηνών και των εκδόσεων Ολκός.
Ενα παζλ του οποίου τα κομμάτια – επιστολές, σχέδια, σπάνιες και συχνά ανέκδοτες φωτογραφίες από τις ανασκαφές και τα εκπληκτικά ευρήματα, 230 στο σύνολο – συνθέτουν οι συγγραφείς Αρθουρ και Ντομινίκ Μίλερ μέσα από αυτό το επετειακό λεύκωμα, το οποίο συμπίπτει με τα 100 χρόνια από την ενσωμάτωση της Θάσου στην ελληνική επικράτεια. Μέσα στο ίδιο πνεύμα άλλωστε ήταν και η έκθεση που προηγήθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης το 2011 με τον ίδιο τίτλο.

Τα ευρήματα
Στην πραγματικότητα οι έρευνες της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής είχαν αρχίσει το 1856 – δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή της -, όχι όμως συστηματικά. Εκείνη την εποχή μόνο τυχαία ήταν τα ευρήματα γλυπτών και επιγραφών που εμπλούτιζαν τις συλλογές του αιγύπτιου κυβερνήτη Toussoun Bey ή του Μ. Βουλγαρίδη, αντιπροξένου της Γαλλίας στην Καβάλα, ή ακόμη κοσμούσαν τα σαλόνια του κυβερνήτη του Λιμένα, όταν δεν τεμαχίζονταν για να χρησιμοποιηθούν σε κατασκευές ή όταν δεν τροφοδοτούσαν τις ασβεστοκάμινους.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τραγικές συνέπειες και για την αρχαιολογία, αφού οι ανασκαφές στη Θάσο διακόπηκαν απότομα, ενώ τρεις από τους τέσσερις πρώτους ανασκαφείς του νησιού (Adolphe-Joseph Reinach, Gustave Blum και Charles Avezou) πέθαναν. Μόλις το 1916 επιχειρήθηκε μια νέα αποστολή, οι αρχαιολόγοι όμως «χρειάστηκε να αποχωρήσουν, ύστερα από μια σύντομη ανασκαφική περίοδο, λόγω των πρακτικών δυσκολιών, των κινδύνων των αεροπορικών βομβαρδισμών και της επίσημης προειδοποίησης του στρατηγού Sarrail».

Ο κολοσσός
Το πιο σημαντικό γεγονός όμως αμέσως μετά τον πόλεμο ήταν, το 1920, η αποτοίχιση ενός αρχαϊκού κολοσσικού αγάλματος που είχε εντοπισθεί σε θραύσματα στην οχύρωση της πόλης. Τα κατέβασαν με κόπο από τις πλαγιές της Ακρόπολης μέσα σε βοϊδάμαξα και το σύνολο αποκαταστάθηκε τελικώς το 1923. Με τη δεκαετία του 1920 άλλωστε αρχίζει μια καινούργια εποχή για τις ανασκαφές στη Θάσο. Και παρ’ ότι οι συνθήκες εξακολούθησαν να είναι δύσκολες – ή έστω παράξενες, αν υπολογίσει κάποιος ότι στη διατροφή των αρχαιολόγων εναλλάσσονταν ως μόνα τρόφιμα ο τόνος, το πατέ(!), οι σαρδέλες, το σκουμπρί και οι ρέγκες -, οι ανασκαφές και οι ανακαλύψεις συνεχίστηκαν.
Σήμερα οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν ότι η Θάσος, μια παριανή αποικία του 670 π.Χ., είχε ένα από τα σπουδαιότερα νομισματοκοπεία του ελληνικού κόσμου, πλούσιο εμπόριο, κυρίως κρασιού, και απολάμβανε τα αγαθά της ευημερίας της για αιώνες. Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν είναι μια έκδοση τέχνης, αλλά παρουσίασης αρχειακού υλικού που συγκεντρώθηκε από γενιές αρχαιολόγων, φωτογράφων, αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών.

Μια πόλη γεμάτη ιερά
Ελάχιστες είναι οι πτυχές της ζωής της αρχαίας πόλης της Θάσου που δεν έχουν μελετηθεί στα 100 χρόνια ερευνών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, είτε πρόκειται για το αστικό πλαίσιο και την περιφέρειά της είτε για τους πολιτικούς και θρησκευτικούς θεσμούς ή την οικονομική και καλλιτεχνική ζωή της. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει το θέατρο και την αγορά, με σύνολο ιερών στην κεντρική πλατεία της. Στην κορυφή της Ακρόπολης δεσπόζουν τα ιερά του Πυθίου Απόλλωνα και της Αθηνάς, ενώ στην πόλη βρίσκονται ακόμη το ιερό του Διονύσου, το ιερό του Ηρακλή, Θεσμοφόριο, αλλά και το ιερό της Αρτέμιδος, η ανασκαφή του οποίου έφερε στο φως πολυάριθμα αναθήματα, όπως ειδώλια, κεραμικά, αντικείμενα από χρυσό, ελεφαντόδοντο, χαλκό ή ορεία κρύσταλλο.
Κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από μάρμαρο στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν το τείχος αυτής της πόλης, με ένα δίκτυο πύργων που διασφάλιζε την επιτήρηση της επικράτειας. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που η Θάσος έγινε μια πόλη τόσο ισχυρή ώστε να συγκρουστεί με τα συμφέροντα ακόμη και των Αθηνών στην περιοχή.

πότε & που
Η έκδοση «100 χρόνια γαλλικές ανασκαφές στη Θάσο, 1911-2011» κυκλοφορεί εντός της εβδομάδος από τις εκδόσεις Ολκός και τη Γαλλική Σχολή Αθηνών.

Πηγή : tovima.gr

Το Megaron Plus τιμά τη μνήμη του Θ. Αγγελόπουλου

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 31 Μαΐου

Την μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου τιμά το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Megaron Plus. Το αφιέρωμα, θα γίνει στις 31 Μαΐου, στις 19.00 και η είσοδος είναι ελεύθερη με δελτία προτεραιότητας.
Η εκδήλωση θα αρχίσει συμβολικά με ερωτική επιστολή του ίδιου του σκηνοθέτη προς την πόλη του, «μια γέρικη πόλη τεσσάρων χιλιάδων χρόνων», όπως έλεγε ο ίδιος, την τηλεοπτική ταινία «Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη», την οποία δημιούργησε το 1983 με παραγωγό την ελληνική δημόσια τηλεόραση. Το σενάριο υπέγραψε ο ίδιος ο Αγγελόπουλος, στην ταινία ακούγονται κείμενα του Κώστα Ταχτσή, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη και του Τάσου Λειβαδίτη και μουσικά θέματα των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Λουκιανού Κηλαηδόνη και Διονύση Σαββόπουλου.
Για τις ταινίες και το μεγάλο ταξίδι του Θόδωρου Αγγελόπουλου στην ελληνική ιστορία θα μιλήσουν, μεταξύ άλλων, ο ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνης Λιάκος, η διδάκτωρ φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας Αιμιλία Καραλή και η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιου Αιγαίου Ειρήνη Στάθη, η οποία με τη διδακτορική της διατριβή ερεύνησε τον «Χώρο και τον χρόνο στον κινηματογράφο του Θ. Αγγελόπουλου». Τους ομιλητές θα συντονίσει ο κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Μπακογιαννόπουλος.

Πηγή : tovima.gr

Ενα ταξίδι στην πνευματική Ελλάδα του 20ού αιώνα

Παρά τους χαλεπούς καιρούς, η Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου – Γκίκα ανοίγει τις πύλες της την Πέμπτη 24 Μαΐου

Σε μια από τις αναρίθμητες βιτρίνες της Πινακοθήκης Χατζηκυριάκου – Γκίκα στο δεύτερο όροφο ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με την περίφημη φωτογραφία των εκπροσώπων της γενιάς του 1930 στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά την 9η Μαρτίου του 1963. Oρθιοι και καθιστοί στην ασπρόμαυρη εικόνα φωτογραφίζονται οι Πετσάλης Διομήδης, Βενέζης, Σεφέρης, Καραντώνης, Θεοτοκάς, Τερζάκης, Κ. Θ. Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πολίτης, Εμπειρίκος και άλλοι.

Oλους αυτούς και ακόμα περισσότερους απ’ όσους συνέδεσαν τη ζωή και το έργο τους με μια εποχή μεγάλης πνευματικής παραγωγής θα συναντήσει κανείς όχι μόνο μέσα απ’ αυτή την εικόνα αλλά σε ξεχωριστά αφιερώματα για τον καθένα σε ένα ολοκαίνουργιο Μουσείο.

Στην Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου – Γκίκα που άνοιξε τις πύλες της για το κοινό σε μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονική συγκυρία για τον τόπο. Το κτήριο της οδού Κριεζώτου 3 που έζησε και εργάστηκε για σαράντα χρόνια ο Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας ανοίγει ανακαινισμένο τις πόρτες του την Πέμπτη 24 Μαΐου αφιερωμένο στον καλλιτέχνη αλλά και στην καλλιτεχνική δημιουργία της Ελλάδας σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη εποχή: από το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου και τη Μικρασιατική καταστροφή έως τις παραμονές της Δικτατορίας του 1967.

Στο ισόγειο, τον πρώτο, τον δεύτερο και το πρώτο μισό του τρίτου ορόφου μπορεί να συναντήσει κανείς από το οσκαρ του Βασίλη Φωτόπουλου για την καλλιτεχνική διεύθυνση του «Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη, έως το Νόμπελ του Οδυσσέα Ελύτη, κι από το βυζαντινότροπο χειρόγραφο του Γιάννη Ρίτσου έως τα, σμιλεμένα από το Γιάννη Παππά, χέρια του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα.

Πεζογράφοι, ποιητές, φιλόλογοι και κριτικοί, λογοτέχνες, μουσικοί, άνθρωποι του θεάτρου, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες, φωτογράφοι, αρχιτέκτονες, ακόμα και άνθρωποι του ιστορικού, φιλοσοφικού στοχασμού αλλά της επιστήμης τιμώνται σ’ αυτό το Μουσείο που μας κάνει οικεία μια απίστευτη παραγωγή σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς από ανθρώπους που πολλοί έμειναν παραγνωρισμένοι. Η παρουσίαση του έργου τους γίνεται με τη μορφή «διάλογου». Το έντυπο, στην πλειοψηφία τους, υλικό της βιτρίνας «συνομιλεί» με το εικαστικό του τοίχου.

Από τον τρίτο όροφο και μετά η «σκυτάλη» ανήκει στον Χατζηκυριάκο – Γκίκα. Πίνακες, σχέδια, γλυπτά, σκηνικά, χειρόγραφα, εικονογραφημένες εκδόσεις, φωτογραφίες, έπιπλα από το σπίτι της ΄Ύδρας που κάηκε το 1961 αλλά και οι χώροι της Αθηναϊκής οικίας και ο προσωπικός κόσμος του Γκίκα ξετυλίγουν τη γοητεία τους στον επισκέπτη που ολοκληρώνει το οδοιπορικό του στο ατελιέ του Γκίκα: εκεί όπου τα καβαλέτα του συνυπάρχουν με αντικείμενα με τα ταξίδια του.

«Στα εκθέματα υπάρχει το στίγμα της ιστορίας ενώ απουσιάζει εντελώς ο ρόλος της πολιτικής», ανέφερε την Δευτέρα 21 Μαΐου στην παρουσίαση της Πινακοθήκης ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Aγγελος Δεληβορριάς ο οποίος ευχαρίστησε στην ομιλία του Ιδρύματα, εταιρείες και ιδιώτες, όσους, δηλαδή, συνεισέφεραν για να γίνει αυτό το προσωπικό του όραμα πραγματικότητα. Στην παρουσίαση συμμετείχαν επίσης η πρόεδρος του Μουσείου Μπενάκη, Αιμιλία Γερουλάνου, η ιστορικός τέχνης και συγγραφέας του βιβλίου, «Κριεζώτου 3», Εβίτα Αράπογλου και η επιμελήτρια της συλλογής Γκίκα, Ιωάννα Προβίδη. Ακολούθησε ξενάγηση σε κοινό και δημοσιογράφους.

Μουσείο Μπενάκη – Πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου – Γκίκα
Κριεζώτου 3
Τηλ: 210-3615702
Πωλητήριο: 210-3630204
www.benaki.gr

Πηγή : tovima.gr

Observer: Να επιστρέψουμε στους Έλληνες τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Εκκληση του αρθρογράφου Χ.Πόρτερ με αφορμή την αφή της ολυμπιακής φλόγας

«Οι Έλληνες μας έδωσαν τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ας τους δώσουμε πίσω τα Γλυπτά του Παρθενώνα». Με αυτόν τον τίτλο ο αρθρογράφος του «Observer» Χένρι Πόρτερ, με αφορμή την τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου, υποστηρίζει την επιστροφή των περίφημων Γλυπτών, καταρρίπτοντας όλα τα επιχειρήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί για το αντίθετο.

«Μη με παρεξηγείτε, δεν θέλω να επιτεθώ στο Βρετανικό Μουσείο, το οποίο είναι γεγονός ότι αντιπροσωπεύει υψηλά επίπεδα πολιτισμού και έχει έναν εκπληκτικό διευθυντή, τον Νιλ ΜακΓκρέγκορ. Θα πρέπει όμως να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας σχετικά με την παρουσία τόσων Γλυπτών από τον Παρθενώνα στη Βρετανία.

»Υπάρχουν και άλλα τμήματά τους σε άλλα ευρωπαϊκά μουσεία, όμως το μεγαλύτερο μέρος του ανεπανάληπτου αυτού έργου βρίσκεται εδώ από την εποχή που αφαιρέθηκε βίαια από τον Σκοτσέζο λόρδο Έλγιν πριν από δύο αιώνες», διευκρινίζει ο αρθρογράφος.

Ο Χένρι Πόρτερ αναφέρει στη συνέχεια ότι και άλλα έργα τέχνης δεν έχουν αποκτηθεί με τον πιο «καθαρό» τρόπο, όμως τα Γλυπτά του Παρθενώνα διαφέρουν καθώς αποτελούν το ανώτερο επίπεδο που έφτασε ο άνθρωπος τον 5ο αι. π.Χ. και για περίπου 2.000 χρόνια από τότε.

«Αντιπροσωπεύουν τον πυρήνα του ελληνικού πολιτισμού και την καρδιά της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Επίσης, εξίσου σημαντικό, αντιπροσωπεύουν το μισό του οικοδομήματος που κατασκευάστηκε μεταξύ 447 και 432 π.Χ., σηματοδοτώντας την ήττα των Περσών στην Αθήνα», επισημαίνει ο Πόρτερ.

Ο αρθρογράφος του «Observer» αναφέρει επίσης πως είναι εντυπωσιακό ότι τα τελευταία πέντε χρόνια όλο και λιγότεροι επισκέπτες υποστηρίζουν την παραμονή των έργων στη Βρετανία, κυρίως μάλιστα για λόγους πατριωτικής κατοχής και λιγότερο από αγάπη στην τέχνη.

«Και μιλώντας για κατοχή, συνήθως ξεχνούν ότι τα Γλυπτά ”σηκώθηκαν” από τον Παρθενώνα όταν οι Τούρκοι κυβερνούσαν τους Έλληνες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τα εμβλήματα του ένδοξου παρελθόντος τους», δηλώνει ο αρθρογράφος, παραλληλίζοντάς τα – ως προς την υπεξαίρεση – με τα λεηλατημένα έργα τέχνης από τους Ναζί, τα οποία όμως επιστράφηκαν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.

Ο Χένρι Πόρτερ κάνει αναφορά και στον δημοσιογράφο Κρίστοφερ Χίτσενς, ο οποίος πέθανε τον περασμένο Δεκέμβριο και είχε αγωνιστεί σκληρά για την επιστροφή των Γλυπτών – σε άρθρο του δε στο «Vanity Fair» πριν από τρία χρόνια είχε τονίσει ότι όλα τα επιχειρήματα περί καταστροφής τους από τη μόλυνση και τις καιρικές συνθήκες δεν ευσταθούν πλέον, λόγω της ύπαρξης του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Ο Πόρτερ καταρρίπτει και το επιχείρημα ότι η επιστροφή τους θα δημιουργούσε κακό προηγούμενο. «Λίγα έργα στον κόσμο εμπίπτουν στην κατηγορία των Γλυπτών του Παρθενώνα, τα οποία εμπνέουν βαθιά αισθήματα εθνικής απώλειας και λαχτάρας», συμπληρώνει.

Και προτείνει να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του εάν η συμπεριφορά αυτή του Έλγιν θα ήταν σήμερα αποδεκτή.

«Φυσικά και όχι», απαντά, «ούτε θα περιμένουμε να διατηρηθεί αυτό το αποτέλεσμα της λεηλασίας. Γιατί λοιπόν κρατάμε αυτά τα παρανόμως αποκτηθέντα γλυπτά σήμερα;».

Ο ίδιος αναφέρει ότι με το οικονομικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, ίσως η στιγμή να μην είναι η κατάλληλη για την επιστροφή τους. Υποστηρίζει όμως το εξής: «Υπό το πρίσμα του τι χρωστάει ο δυτικός πολιτισμός στην Ελλάδα – δημοκρατικές ιδέες, ολυμπιακούς αγώνες, επιστήμη, τέχνη και αρχιτεκτονική –, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια απλή αλήθεια: Τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν είναι δικά μας για να τα κρατάμε».

Πηγή :tovima.gr