Το νέο Mini Roadster

Πιστό στις αρχές της φίρμας το Roadster διατηρεί τη ΜΙΝΙ σχεδίαση και την go-kart οδική συμπεριφορά, ενώ η χειροκίνητη υφασμάτινη οροφή που ενσωματώνει ακολουθεί την παράδοση των βρετανικών roadsters.
Στο άκουσμα του ονόματος MINI πριν δέκα χρόνια, δύο μοντέλα σου έρχονταν στο νου. Είτε το αρχέτυπο του Sir Alec Issigonis, είτε η ρετρό αναβίωση του Frank Stephenson (Mini Cooper New), η οποία όταν παρουσιάστηκε το 2001 γοήτευσε το κοινό με τη ρετρό σχεδίαση, τις όμορφες καμπύλες και την go-kart οδική συμπεριφορά.
Μάλιστα στα επόμενα χρόνια, η εμπορική επιτυχία του Mini Cooper ήταν τόσο μεγάλη που δεν άφησε άπραγους τους ανθρώπους της Mini. Έτσι, γρήγορα η γκάμα των αμαξωμάτων άρχισε να εμπλουτίζεται. Αρχικά με το Convertible στη συνέχεια με τα Clubman, Countryman, Coupe και τώρα με το Roadster. Φαίνεται, τελικά, ότι τακτική που κερδίζει, δεν την αλλάζεις…
Το Roadster είναι το έκτο μοντέλο της Mini και το δεύτερο (μετά το Cabrio) που διαθέτει υφασμάτινη ανοιγόμενη οροφή. Μάλιστα, αυτή είναι χειροκίνητη, ηθελημένα από τους ανθρώπους της Mini, ώστε το άνοιξε-κλείσε να μην είναι πολύπλοκο και να παραπέμπει ταυτόχρονα στα παραδοσιακά βρετανικά roadsters.
Η διαδικασία είναι σχετικά εύκολη στην θεωρία, αφού για να ανοίξεις την οροφή (η οποία θα διατίθεται αποκλειστικά σε μαύρη απόχρωση) το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να απασφαλίσεις περιστρέφοντας το σχετικό μοχλό στο πλαίσιο του παρμπρίζ και να την κατεβάσεις, ενώ για να την κλείσεις να πατήσεις ένα μπουτόν μπροστά από τα roll bars. Στη συνέχεια, αυτή ξεδιπλώνεται υποβοηθούμενη από ελατήρια/αμορτισέρ αερίου. Τελευταία κίνηση είναι να την ασφαλίσεις πάλι. Στην πράξη, ωστόσο, η όλη διαδικασία είναι σχετικά δύσκολη να γίνει από τη θέση του οδηγού ή του συνοδηγού και έτσι ίσως να χρειαστεί να βγεις από το αυτοκίνητο (ή να βρεις τη σωστή τεχνική). Και αυτό είναι μειονέκτημα σε μια ξαφνική νεροποντή.
Για αυτό υπάρχει διαθέσιμη η επιλογή και μιας ημιαυτόματης οροφή, η οποία ανοίγει και κλείνει περίπου σε 8 και 10 δλ. αντίστοιχα, ενώ η όλη διαδικασία μπορεί να γίνει με το αυτοκίνητο να κινείται έως τα 30 χλμ./ώρα.
Όσον αφορά στις εξωτερικές διαστάσεις, όπως και το Coupe, έτσι και το Roadster στηρίζεται στην έκδοση hatchback και το μήκος του είναι μεγαλύτερο κατά 35 χλστ. από το αντίστοιχο του Mini Convertible. Πιο αναλυτικά, το μήκος είναι στα 3.734 χλστ., το πλάτος στα 1.683 χλστ. και το ύψος στα 1.390 χλστ., ενώ το μεταξόνιο ορίζεται στα 2.467 χλστ.
Όμως, σε αντίθεση με το Convertible, το Roadster έχει μονάχα δύο θέσεις, ενώ και το παρμπρίζ έχει μικρότερη κλίση κατά 13 μοίρες. Το συνολικό ύψος είναι χαμηλότερο κατά 20 χλστ. (1.390 χλστ.), ενώ από πλευράς χώρων, η απουσία των πίσω καθισμάτων, σχεδόν διπλασίασε τη χωρητικότητα του πορτ μπαγκάζ (240 λτ.) Έτσι, τώρα χωρούν άνετα δύο βαλίτσες, ακόμα και εάν ο χώρος αποσκευών δεν είναι επίπεδος πλήρως.

Μάλιστα, σε σχέση με το Convertible, χάρη στο χαμηλότερο κέντρο βάρους, στη βελτιωμένη αεροδυναμική, στη μεταφορά ελάχιστα του βάρους προς τον μπροστά άξονα και στην καλύτερη ακαμψία του πλαισίου κατά 10%, το Mini Roadster έχει λίγο πιο ευχάριστη, go-kart οδική συμπεριφορά. Είχαμε την ευκαιρία να το οδηγήσουμε στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας και μείναμε ευχαριστημένοι τόσο από το πλαίσιο, όσο και από τα περιθώρια πρόσφυσης και την ανάρτηση, η οποία μοιάζει να είναι λίγο πιο μαλακή σε σχέση με το hatchback. Το τιμόνι όπως πάντα είναι άμεσο και πλούσιο σε πληροφόρηση, οι ακροβολισμένοι στο αμάξωμα τροχοί δίνουν την αίσθηση καρτ και έτσι, σε συνδυασμό με τον γνώριμο, εξαιρετικό κινητήρα των 184 ίππων της έκδοσης S προτιμάς το επαρχιακό δίκτυο παρά την Εθνική Οδό. Όπου εκεί το Mini Roadster είναι ιδιαίτερα σταθερό, ενώ ακόμα και σε υψηλές ταχύτητες, η υφασμάτινη οροφή δεν ακούγεται ενοχλητικά. Με την οροφή κατεβασμένη, οι στροβιλισμοί του αέρα στην καμπίνα είναι περιορισμένοι, ωστόσο χρειάζεσαι (όπως και στα περισσότερα κάμπριο) ένα καπελάκι ή ένα σκουφί για το κεφάλι.
Τέλος, όσον αφορά στα κινητήρια σύνολα, αυτά είναι ίδια με του Coupe. Πιο συγκεκριμένα, στη βάση της γκάμας του Roadster βρίσκεται η έκδοση Cooper των 122 ίππων (0-100 σε 9,2 δλ. και τελική 199 χλμ./ώρα). Κατά τα γνωστά, πιο πάνω συναντάμε την υπετροφοδοτούμενη Cooper S των 184 ίππων (0-100 σε 7 δλ. και τελική 227 χλμ./ώρα), ενώ στην κορυφή τοποθετείται η έκδοση John Cooper Works των 211 ίππων. Σε ό,τι αφορά στις diesel επιλογές, το παρών θα δώσει η 2λιτρη έκδοση Cooper SD των 143 ίππων (6,5 δλ. – 237 χλμ./ώρα) . Στάνταρ είναι το μηχανικό κιβώτιο έξι σχέσεων, ενώ προαιρετικά τα Mini Roadster (πλην του JCW) διατίθενται και με 6άρι αυτόματο κιβώτιο.
Πηγή : autotriti.gr

Ντίνος Χριστιανόπουλος: “Τα βραβεία σας είναι πολύ ζαχαρωμένα”

Σε προαναγγελθέν (εδώ και δεκαετίες…) φιάσκο κατέληξε η απόπειρα να «τιμηθεί» από το κράτος ο θεσσαλονικιός ποιητής
Πόσο «τιμητικό» είναι να σε βραβεύει το σημερινό ελληνικό κράτος, ταπεινωτικά γονατισμένο από την πολιτική, οικονομική και ηθική χρεοκοπία; Και πόσο διατεθειμένος είναι ένας «στριμμένος άνθρωπος» – όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο θεσσαλονικιός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος – να γίνει περιστασιακό μιντιακό έκθεμα; Ακόμη κι αν η ξεθωριασμένη στον χάρτη ευρωπαϊκή επαρχία μας ανθούσε πολιτιστικά από τη Γαύδο ως τις Πρέσπες, πάλι ο Χριστιανόπουλος θα έβγαζε περιπαικτικά τη γλώσσα σε κάθε βράβευση. Δικό του έπαθλο είναι η 60ετής σχέση του με τους αναγνώστες και τους διψώντες για την τέχνη. Ωστόσο το κατείχε ήδη, πολύ προτού τον αναζητήσουν στην Ανω Πόλη οι κομίζοντες το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού – και κατά το λαϊκώς λεγόμενον «φάνε πόρτα»…
«Τι να τους πω τώρα; Γιατί με βραβεύσατε; Δεν το ξέρατε ότι δεν θα δεχόμουν; Το ήξεραν, αλλά κάναν την παλαβή. Σκέφτηκαν ότι μπορεί και να δεχόμουν» σχολίασε ο 82χρονος λογοτέχνης μετά το προαναγγελθέν (εδώ και δεκαετίες) φιάσκο της περασμένης Δευτέρας. Με λόγια δικά του, παραφρασμένα, «τι να τα κάνω τα βραβεία σας, είναι πολύ ζαχαρωμένα, ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα…» και λοιπά, γνωστά και με τη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου.
Παρεμπιπτόντως, αυτή η μουσική δεν του αρέσει του Χριστιανόπουλου. Απαξιοί γενικώς τη μελοποίηση ποιημάτων. Και δεν σταματά να κατακεραυνώνει όσους ομότεχνους δεν είναι του γούστου του. Πολλοί σήκωσαν τον λίθο του αναθέματος. Ποιος είναι αυτός που κριτικάρει τον Ελύτη, τον Σεφέρη (αμφότεροι νομπελίστες – τυχαίο;), τον Ρίτσο, τον Βασιλικό, την ελληνική ποίηση μετά το ’70 συλλήβδην; λένε. Δεν προσέχουν ότι ζυγίζει το σύνολο ενός έργου: «Ο Ρίτσος, με όλες τις φτήνιες που έχει στα γραπτά του, έχει γράψει τον εκπληκτικότερο στίχο που έχω διαβάσει από ποιητή και που λέει: “Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί”».

Οι γάτες, ο Καβάφης και ο Τσιτσάνης
Παιδί του Κατηχητικού μέχρις ότου αμάρτησε εκδίδοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του, την Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950), πρώην βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης ως το 1965, σχολαστικός επιμελητής εκδόσεων, πολιτιστικός τροχονόμος της πόλης με το περιοδικό «Διαγώνιος» ως το 1983 και τη «Μικρή Πινακοθήκη» («για 25 χρόνια ήμουν δούλος των ζωγράφων»), ο Χριστιανόπουλος έχει ρίξει άγκυρα στη στεριά, σχεδόν αταξίδευτος. Στο Τσινάρι, δίπλα στο κάστρο, παρέα με τις γάτες του, τη μια αγαπησιάρικες, την άλλη ακατάδεκτες.
Ασκητική ζωή, λίγα έσοδα, ένα απερίφραστο «όχι» πριν από χρόνια στην πρόταση να κάνει τα χαρτιά του για να λάβει «λογοτεχνική σύνταξη». Και συνεχής έκθεση: εκδηλώσεις, ομιλίες, εκατοντάδες συνεντεύξεις τον κρατούν ισορροπιστή πάνω στο κύμα της δημοσιότητας.
Πιονιέρος της ομοφυλοφυλικής ποίησης – ο ίδιος θα έλεγε απλά «ερωτικής» -, μικρότερος δήλωνε μαθητής του Καβάφη: «Αυτός ήταν οπαδός της ηδονής, εγώ είμαι οπαδός της χριστιανικής αγωνίας». Τα καρφιά στο σπίτι του κρατούν γερά δύο μεγάλες φωτογραφίες του Αλεξανδρινού και του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Χριστιανόπουλος ανέβηκε ακόμη και στο ρεμπέτικο πάλκο για να τραγουδήσει, αντιδιαστέλλοντας τη γνήσια εσωτερική του ανάγκη στην ενοχλητικά ισχνή ερμηνεία του.
Το 1979 εναντιώθηκε σε όσα τον μπαρουτιάζουν με το κωδικοποιητικό μανιφέστο «Εναντίον»: τις επιχορηγήσεις, το κράτος, τις εφημερίδες, τις κλίκες, τους κουλτουριάρηδες, τις ιδεολογίες, τις ατομικές φιλοδοξίες. Και, ασφαλώς, τις βραβεύσεις:«Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας».
Από το 1998 ο μοναχικός δημιουργός δεν δημοσιεύει ποιήματα. Και αξιώνει «να μη με θέλουν σαν τα μούτρα τους, μόνο και μόνο επειδή μ’ αγαπούνε».
Αφελείς ή ματαιόδοξοι;
Μόλις 21 ετών ήταν το 1981 ο Νίκος Δαββέτας, πρόεδρος της κρατικής επιτροπής που έλαβε την παρακινδυνευμένη απόφαση να βραβεύσει τον Χριστιανόπουλο, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Πού; Στο περιοδικό «Διαγώνιος»! Λέτε να μη γνώριζε τις απόψεις του διευθύνοντος το περιοδικό; Μήπως δεν είχε αντιληφθεί την τροχιά του κειμένου-καταπέλτη «Εναντίον» το οποίο είχε εξαπολυθεί στη δημοσιότητα μόλις δύο χρόνια νωρίτερα; Προς τι λοιπόν η ετεροχρονισμένη εμμονή;
Δύο απαντήσεις υπάρχουν στο εύλογο ερώτημα. Είτε οι βραβεύοντες είναι καλόπιστα αλλά και καταπληκτικά αφελείς, ασυλλόγιστοι, άδολοι οπαδοί, είτε συνειδητά αποφάσισαν να ρίξουν μια ζαριά: να «μείνουν στην Ιστορία» ως οι άνθρωποι που «αυτοί έπεισαν στα γεροντάματα τον Χριστιανόπουλο» να… βραβευθεί. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχει καλώς – ο οπαδισμός τυφλώνει σε γηπεδικές και λογοτεχνικές κερκίδες. Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, οι βραβεύοντες ύψωσαν ένα μικρό άχρηστο λοφάκι ματαιοδοξίας τα χώματα του οποίου τούς καταπλάκωσαν γρήγορα με σχετικό πάταγο στην επικοινωνιακή χώρα των Λωτοφάγων.
Ισως κάτι περισσότερο να είχαν διαβλέψει τα μέλη της προηγούμενης κρατικής επιτροπής, όπως αποκάλυψε τώρα ο ίδιος ο ποιητής: «Και πέρσι, με πρόεδρο τον Μαστροδημήτρη, επρότειναν να με βραβεύσουν, αλλά ο άνθρωπος όταν του εξήγησα κατάλαβε και δεν προχώρησε». Μπορεί και να μη ζήλεψαν τα αμφιλεγόμενα εύσημα όσων δήθεν θα έκαναν – για ένα σύντομο φεγγάρι – τον Χριστιανόπουλο τρέχον νόμισμα, νεοελληνιστί «talk of the town».

Σπαράγματα δημόσιου λόγου
* «Από το ‘98 που έχω να γράψω ποιήματα, έχω την εντύπωση ότι τα πήρε ο Θεός και με άφησε έτσι. Και δεν μπορώ να διαμαρτυρηθώ. Ηθελε πια να μου την κόψει την έμπνευση; Να μου την κόψει, βρε αδερφέ!».
* «Η Θεσσαλονίκη ήταν οβρέικια. Ας μην το ξεχνούμε. Αλλά κι η Αθήνα – κάτσε καλά – ήταν αρβανίτικια. Απάνω σε ξένους λαούς χτίστηκε αυτό που λέμε ελληνισμός».
* «Ζω με λιγότερα από 600 ευρώ χωρίς να θέλω πολυτέλειες, αυτοκίνητα και σπίτια. Και με ολίγους παράδες μπορώ και ζω».
* «Η ομοφυλοφιλία είναι μια παθολογία που δεν θεραπεύεται από τους γιατρούς, θεραπεύεται με την αυτογνωσία».
* «Ο Καβάφης είχε πετάξει 180 ποιήματα, που ενώ αυτός τα θεωρούσε σαβούρες, ήρθαν οι φιλόλογοι – η μεγάλη μάστιγα της νεοελληνικής λογοτεχνίας –, τα βρήκαν πολύ σπουδαία και τα πρόσθεσαν μαζί με τα καλά».
Πηγή : tovima.gr

«Μαντάμ Σουσού», από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το έργο «Μαντάμ Σουσού» του Δημήτρη Ψαθά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη. Η αξεπέραστη κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά, θα παρουσιαστεί στο Βασιλικό Θέατρο, με την Φωτεινή Μπαξεβάνη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πρεμιέρα της παράστασης θα δοθεί την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια θεατρική προσαρμογή που έγινε από τον ίδιο τον συγγραφέα για τον θίασο της κυρίας Κατερίνας, (με τον Αιμίλιο Βεάκη στο ρόλο του Παναγιωτάκη) το 1942, και έκτοτε δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί.

Πηγή : newsbeast.gr

Ντίνος Χριστιανόπουλος: "Τα βραβεία σας είναι πολύ ζαχαρωμένα"

Σε προαναγγελθέν (εδώ και δεκαετίες…) φιάσκο κατέληξε η απόπειρα να «τιμηθεί» από το κράτος ο θεσσαλονικιός ποιητής
Πόσο «τιμητικό» είναι να σε βραβεύει το σημερινό ελληνικό κράτος, ταπεινωτικά γονατισμένο από την πολιτική, οικονομική και ηθική χρεοκοπία; Και πόσο διατεθειμένος είναι ένας «στριμμένος άνθρωπος» – όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο θεσσαλονικιός ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος – να γίνει περιστασιακό μιντιακό έκθεμα; Ακόμη κι αν η ξεθωριασμένη στον χάρτη ευρωπαϊκή επαρχία μας ανθούσε πολιτιστικά από τη Γαύδο ως τις Πρέσπες, πάλι ο Χριστιανόπουλος θα έβγαζε περιπαικτικά τη γλώσσα σε κάθε βράβευση. Δικό του έπαθλο είναι η 60ετής σχέση του με τους αναγνώστες και τους διψώντες για την τέχνη. Ωστόσο το κατείχε ήδη, πολύ προτού τον αναζητήσουν στην Ανω Πόλη οι κομίζοντες το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού – και κατά το λαϊκώς λεγόμενον «φάνε πόρτα»…
«Τι να τους πω τώρα; Γιατί με βραβεύσατε; Δεν το ξέρατε ότι δεν θα δεχόμουν; Το ήξεραν, αλλά κάναν την παλαβή. Σκέφτηκαν ότι μπορεί και να δεχόμουν» σχολίασε ο 82χρονος λογοτέχνης μετά το προαναγγελθέν (εδώ και δεκαετίες) φιάσκο της περασμένης Δευτέρας. Με λόγια δικά του, παραφρασμένα, «τι να τα κάνω τα βραβεία σας, είναι πολύ ζαχαρωμένα, ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα…» και λοιπά, γνωστά και με τη μουσική του Διονύση Σαββόπουλου.
Παρεμπιπτόντως, αυτή η μουσική δεν του αρέσει του Χριστιανόπουλου. Απαξιοί γενικώς τη μελοποίηση ποιημάτων. Και δεν σταματά να κατακεραυνώνει όσους ομότεχνους δεν είναι του γούστου του. Πολλοί σήκωσαν τον λίθο του αναθέματος. Ποιος είναι αυτός που κριτικάρει τον Ελύτη, τον Σεφέρη (αμφότεροι νομπελίστες – τυχαίο;), τον Ρίτσο, τον Βασιλικό, την ελληνική ποίηση μετά το ’70 συλλήβδην; λένε. Δεν προσέχουν ότι ζυγίζει το σύνολο ενός έργου: «Ο Ρίτσος, με όλες τις φτήνιες που έχει στα γραπτά του, έχει γράψει τον εκπληκτικότερο στίχο που έχω διαβάσει από ποιητή και που λέει: “Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί”».

Οι γάτες, ο Καβάφης και ο Τσιτσάνης
Παιδί του Κατηχητικού μέχρις ότου αμάρτησε εκδίδοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του, την Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950), πρώην βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης ως το 1965, σχολαστικός επιμελητής εκδόσεων, πολιτιστικός τροχονόμος της πόλης με το περιοδικό «Διαγώνιος» ως το 1983 και τη «Μικρή Πινακοθήκη» («για 25 χρόνια ήμουν δούλος των ζωγράφων»), ο Χριστιανόπουλος έχει ρίξει άγκυρα στη στεριά, σχεδόν αταξίδευτος. Στο Τσινάρι, δίπλα στο κάστρο, παρέα με τις γάτες του, τη μια αγαπησιάρικες, την άλλη ακατάδεκτες.
Ασκητική ζωή, λίγα έσοδα, ένα απερίφραστο «όχι» πριν από χρόνια στην πρόταση να κάνει τα χαρτιά του για να λάβει «λογοτεχνική σύνταξη». Και συνεχής έκθεση: εκδηλώσεις, ομιλίες, εκατοντάδες συνεντεύξεις τον κρατούν ισορροπιστή πάνω στο κύμα της δημοσιότητας.
Πιονιέρος της ομοφυλοφυλικής ποίησης – ο ίδιος θα έλεγε απλά «ερωτικής» -, μικρότερος δήλωνε μαθητής του Καβάφη: «Αυτός ήταν οπαδός της ηδονής, εγώ είμαι οπαδός της χριστιανικής αγωνίας». Τα καρφιά στο σπίτι του κρατούν γερά δύο μεγάλες φωτογραφίες του Αλεξανδρινού και του Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Χριστιανόπουλος ανέβηκε ακόμη και στο ρεμπέτικο πάλκο για να τραγουδήσει, αντιδιαστέλλοντας τη γνήσια εσωτερική του ανάγκη στην ενοχλητικά ισχνή ερμηνεία του.
Το 1979 εναντιώθηκε σε όσα τον μπαρουτιάζουν με το κωδικοποιητικό μανιφέστο «Εναντίον»: τις επιχορηγήσεις, το κράτος, τις εφημερίδες, τις κλίκες, τους κουλτουριάρηδες, τις ιδεολογίες, τις ατομικές φιλοδοξίες. Και, ασφαλώς, τις βραβεύσεις:«Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά – και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας».
Από το 1998 ο μοναχικός δημιουργός δεν δημοσιεύει ποιήματα. Και αξιώνει «να μη με θέλουν σαν τα μούτρα τους, μόνο και μόνο επειδή μ’ αγαπούνε».
Αφελείς ή ματαιόδοξοι;
Μόλις 21 ετών ήταν το 1981 ο Νίκος Δαββέτας, πρόεδρος της κρατικής επιτροπής που έλαβε την παρακινδυνευμένη απόφαση να βραβεύσει τον Χριστιανόπουλο, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα. Πού; Στο περιοδικό «Διαγώνιος»! Λέτε να μη γνώριζε τις απόψεις του διευθύνοντος το περιοδικό; Μήπως δεν είχε αντιληφθεί την τροχιά του κειμένου-καταπέλτη «Εναντίον» το οποίο είχε εξαπολυθεί στη δημοσιότητα μόλις δύο χρόνια νωρίτερα; Προς τι λοιπόν η ετεροχρονισμένη εμμονή;
Δύο απαντήσεις υπάρχουν στο εύλογο ερώτημα. Είτε οι βραβεύοντες είναι καλόπιστα αλλά και καταπληκτικά αφελείς, ασυλλόγιστοι, άδολοι οπαδοί, είτε συνειδητά αποφάσισαν να ρίξουν μια ζαριά: να «μείνουν στην Ιστορία» ως οι άνθρωποι που «αυτοί έπεισαν στα γεροντάματα τον Χριστιανόπουλο» να… βραβευθεί. Αν συμβαίνει το πρώτο, έχει καλώς – ο οπαδισμός τυφλώνει σε γηπεδικές και λογοτεχνικές κερκίδες. Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, οι βραβεύοντες ύψωσαν ένα μικρό άχρηστο λοφάκι ματαιοδοξίας τα χώματα του οποίου τούς καταπλάκωσαν γρήγορα με σχετικό πάταγο στην επικοινωνιακή χώρα των Λωτοφάγων.
Ισως κάτι περισσότερο να είχαν διαβλέψει τα μέλη της προηγούμενης κρατικής επιτροπής, όπως αποκάλυψε τώρα ο ίδιος ο ποιητής: «Και πέρσι, με πρόεδρο τον Μαστροδημήτρη, επρότειναν να με βραβεύσουν, αλλά ο άνθρωπος όταν του εξήγησα κατάλαβε και δεν προχώρησε». Μπορεί και να μη ζήλεψαν τα αμφιλεγόμενα εύσημα όσων δήθεν θα έκαναν – για ένα σύντομο φεγγάρι – τον Χριστιανόπουλο τρέχον νόμισμα, νεοελληνιστί «talk of the town».

Σπαράγματα δημόσιου λόγου
* «Από το ‘98 που έχω να γράψω ποιήματα, έχω την εντύπωση ότι τα πήρε ο Θεός και με άφησε έτσι. Και δεν μπορώ να διαμαρτυρηθώ. Ηθελε πια να μου την κόψει την έμπνευση; Να μου την κόψει, βρε αδερφέ!».
* «Η Θεσσαλονίκη ήταν οβρέικια. Ας μην το ξεχνούμε. Αλλά κι η Αθήνα – κάτσε καλά – ήταν αρβανίτικια. Απάνω σε ξένους λαούς χτίστηκε αυτό που λέμε ελληνισμός».
* «Ζω με λιγότερα από 600 ευρώ χωρίς να θέλω πολυτέλειες, αυτοκίνητα και σπίτια. Και με ολίγους παράδες μπορώ και ζω».
* «Η ομοφυλοφιλία είναι μια παθολογία που δεν θεραπεύεται από τους γιατρούς, θεραπεύεται με την αυτογνωσία».
* «Ο Καβάφης είχε πετάξει 180 ποιήματα, που ενώ αυτός τα θεωρούσε σαβούρες, ήρθαν οι φιλόλογοι – η μεγάλη μάστιγα της νεοελληνικής λογοτεχνίας –, τα βρήκαν πολύ σπουδαία και τα πρόσθεσαν μαζί με τα καλά».
Πηγή : tovima.gr

«Μαντάμ Σουσού», από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

Πρεμιέρα την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσιάζει το έργο «Μαντάμ Σουσού» του Δημήτρη Ψαθά, σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη. Η αξεπέραστη κωμωδία του Δημήτρη Ψαθά, θα παρουσιαστεί στο Βασιλικό Θέατρο, με την Φωτεινή Μπαξεβάνη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η πρεμιέρα της παράστασης θα δοθεί την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά σπάνια θεατρική προσαρμογή που έγινε από τον ίδιο τον συγγραφέα για τον θίασο της κυρίας Κατερίνας, (με τον Αιμίλιο Βεάκη στο ρόλο του Παναγιωτάκη) το 1942, και έκτοτε δεν έχει ξαναπαρουσιαστεί.

Πηγή : newsbeast.gr

Fran Drescher : «Με απήγαγαν εξωγήινοι»

Η διάσημη ηθοποιός της μικρής οθόνης Fran Drescher, την οποία γνωρίσαμε στην Ελλάδα από την επιτυχημένη σειρά «Νταντά αμέσου δράσης», ισχυρίζεται ότι κάποια στιγμή της ζωής της την απήγαγαν εξωγήινοι και της εμφύτευσαν ένα τσιπάκι στο χέρι, προγραμματίζοντάς τη για μία αποστολή.
Η 54χρονη σταρ έκανε τη συγκεκριμένη δήλωση-αποκάλυψη στη Huffington Post και μάλιστα επιμένει ότι η ιστορία της είναι πέρα για πέρα αληθινή. Επέδειξε και τον καρπό της όπου έχει το σημάδι και λέει ότι στο σημείο αυτό της εμφύτευσαν το τσιπάκι.
Όπως ανέφερε ο πρώην σύζυγός της, παραγωγός και σεναριογράφος Peter Marc Jacobson είχε μια παρόμοια εμπειρία: «Ξέρετε, είναι αστείο αλλά και ο Peter κι εγώ είδαμε εξωγήινους πριν ακόμη γνωριστούμε, ενώ μας συνέβη με τον ίδιο τρόπο, καθώς βρισκόμασταν στο αυτοκίνητο με τον πατέρα μας», ανέφερε υποστηρίζοντας τη θεωρία της περί εξωγήινων.
Η ηθοποιός πρόσθεσε: «Ήμασταν και οι δύο στο λύκειο. Λίγα χρόνια αργότερα, συναντηθήκαμε και διαπιστώσαμε ότι είχαμε την ίδια εμπειρία. Πιστεύω ότι με κάποιον τρόπο είχαμε προγραμματιστεί να συναντηθούμε. Και οι δύο έχουμε αυτό το σημάδι. Είναι το ίδιο ακριβώς σημάδι στο ίδιο ακριβώς σημείο», δήλωσε η Drescher αν και όπως συμπλήρωσε ο πρώην σύζυγός της δεν είναι πεπεισμένος 100% ότι εκείνη έχει το σημάδι από τους εξωγήινους. Στην ουσία, ο Jacobson πιστεύει ότι αυτό προήλθε είτε από έγκαυμα είτε από κάποια πληγή, αν και η Fran εκφράζει τη διαφωνία της: «Του είπα ότι έτσι μας προγραμμάτισαν οι εξωγήινοι να πιστεύουμε! Αλλά εδώ έχω ένα τσιπάκι!».
Οι Drescher και Jacobson δημιούργησαν μαζί τη σειρά της «Νταντάς» από το 1993 έως το 1999, όπου ήταν η τελευταία σεζόν. Τώρα πρωταγωνιστεί στη σειρά «Happily divorced».
Πηγή : real.gr

Μάκης Τσέλιος : To άγνωστο παρελθόν του

Πίσω στα ’70s η μόδα μπερδεύεται με τη μουσική, τα κινήματα της νεολαίας, το flower power, το πανκ, το κιτς. Στη Νέα Υόρκη ανοίγει το Studio 54, ο κόσμος ανακαλύπτει την disco, τη λίκρα, το στρετς, το βινίλ. Και στην Ελλάδα ο Μάκης Τσέλιος με τον Βασίλη Κουρκουμέλη δημιουργούν τον οίκο Billy Bo και ξεκινούν μια fashion επανάσταση. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα ο Μάκης δεν έχει σταματήσει να μετράει. «Θες αλήθεια να μάθεις; Εκατόν είκοσι επιδείξεις έχω κάνει στη ζωή μου…».
Γεννήθηκε στην Ιθάκη, μεγάλωσε στην Αθήνα και δηλώνει «Μυκονιάτης από μεταγραφή». Του πάει. Σαν τον αέρα του νησιού που τον «υιοθέτησε», κινείται διαρκώς. Μιλάει, γελάει, μου σερβίρει καφέ, απαντάει σε τηλέφωνα, δίνει οδηγίες σε συνεργάτες, ποζάρει –σχεδόν– επαγγελματικά στο γραφείο και στο ατελιέ του, ένα χώρο υψηλής αισθητικής, με «σκληρό» μαυροκόκκινο διάκοσμο. Tα πάντα γύρω του «φωνάζουν» ομορφιά – to the last detail. Κι όμως, δεν ήθελε πάντα να γίνει σχεδιαστής. Το πρώτο του μεροκάματο το έβγαλε στη Μercedes! «Ξεκίνησα ως κλητήρας στα 16 μου και παράλληλα πήγαινα και σε νυχτερινό σχολείο. Ήταν δύσκολα χρόνια και έπρεπε να δουλέψω». Έφτασε να γίνει πωλητής επιτυχημένος, με βραβεία και μπόνους. Μετά, λέει, έκλεισε κι αυτός ο κύκλος και άνοιξε άλλος. Καταλύτης, μια «μοιραία» συνάντηση: «Βρεθήκαμε τυχαία στο δρόμο με τον Βασίλη (σ.σ. Κουρκουμέλη). Γνωριζόμασταν από παλιά, ήμασταν γειτονόπουλα στον Πειραιά – εκείνος βέβαια ήταν πιο μικρός. Ο Βασίλης είχε σχέδια, ανησυχίες, εγώ ήθελα να κάνω μια καινούργια αρχή. Συνεργαστήκαμε».
Πηγή : yupi.gr

πνοη μας, η αξιολογηση σας