Με μια πολύ σημαντική απόφαση του Εφετείου Μονάχου
Αρχείο κατηγορίας Uncategorized
Το BBC «ξεπουλά» τους τουριστικούς οδηγούς Lonely Planet
Η αμερικανική NC2 Media θα εξαγοράσει τους οδηγούς έναντι 51,5 εκατομμυρίων λιρών από το BBC Worldwide, τους οποίους είχε αγοράσει το 2011 130,2 εκατομμύρια λίρες.
Ζητείται ιστορικός για την ελληνική λογοτεχνία
Οι παλιές Ιστορίες εξαντλήθηκαν και οι νέες περιμένουν τον συγγραφέα τους. Τι δείχνουν τα πρακτικά ενός συνεδρίου που εκδίδονται από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Με 600 σελίδες, 33 μελετήματα και μια θεματολογία που καλύπτει έναν αιώνα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 ως την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, τα πρακτικά του συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στη μνήμη του κριτικού και ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου (1921-2009) τον Μάιο του 2011 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο και τυπώθηκαν στον τόμο Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης – Μουσείο Μπενάκη, 2012), αποτελούν ντοκουμέντο.
Ο τόμος αφενός μεν αποτυπώνει τη διασπορά, την κατάσταση και τη δυναμική των νεοελληνικών σπουδών σε μια κρίσιμη στιγμή της Ιστορίας στην οποία οι νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές συρρικνώνονται όχι μόνο με τη σταδιακή κατάργηση εδρών σε περιώνυμα πανεπιστήμια του εξωτερικού, αλλά και με τις επερχόμενες αλλαγές του σχεδίου «Αθηνά» στον ελλαδικό χώρο. Αφετέρου δε κατοπτρίζει τη διαδρομή και τις αναζητήσεις της ιστοριογραφίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη μετά Αργυρίου εποχή, κατά την οποία η μεταπολιτευτική και σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία γυρεύει τον ιστορικό της.
Εξηντάρηδες και πενηντάρηδες οι περισσότεροι συνεργάτες του τόμου, μέλη της αφρόκρεμας της νεοελληνικής φιλολογίας, αντιπροσωπεύουν τη χρυσή εποχή των νεοελληνικών σπουδών (1970-2000), όταν οι αλλοδαποί ερευνητές μελετούσαν με προσήλωση τη νεοελληνική γλώσσα (Πίτερ Μάκριτζ), ερευνούσαν ακάματα την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας (Μάριο Βίτι) και ενδιαφέρονταν να καταστήσουν γνωστά και ελκυστικά στο αλλόγλωσσο κοινό πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής παράδοσης (Ρόντρικ Μπίτον).
Παράλληλα με την έκρηξη της έρευνας της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, μελετητές στην Ελλάδα, συντονισμένοι με τις νέες λογοτεχνικές θεωρίες, αναπτύσσουν ζωηρή ερευνητική και ερμηνευτική δραστηριότητα που μαρτυρεί η θεματολογία του συνεδρίου για τον Αργυρίου και το εύρος των προσεγγίσεων: Η λογοτεχνία του 20ού αιώνα παρατηρείται μέσα από τον φακό του γλωσσικού ζητήματος, ταξινομείται με όρους ειδολογικούς, ερμηνεύεται στη βάση των εθνικών σκοπιμοτήτων και των ιδεολογικών συγκρούσεων, εξετάζεται με τα εργαλεία του έμφυλου λόγου, εκτιμάται η εναρμόνισή της με τα ευρωπαϊκά αισθητικά ρεύματα.
Μια σειρά Ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας που γράφονται στο διάστημα αυτής της χρυσής εποχής – αρχής γενομένης από την Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (ΜΙΕΤ, 1978) του καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνου Πολίτη (1906-1982), ο οποίος θεωρείται ότι συνέβαλε «στη διαμόρφωση της νεοελληνικής φιλολογίας σε πραγματική επιστήμη» – συντελούν στη συστηματική ανάπτυξη της ιστοριογραφίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Μόνο τα τελευταία δεκαπέντε-είκοσι χρόνια, χάρη στην Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία (Νεφέλη, 1996) του Ρόντρικ Μπίτον, στην ένατη έκδοση της Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Γνώση, 2000) του Κ. Θ. Δημαρά, στη νέα, ξαναγραμμένη, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Οδυσσέας, 2003) του Μάριο Βίτι και στην οκτάτομη Ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας και η πρόσληψή της (Καστανιώτης, 2001-2007) του Αλέξανδρου Αργυρίου ο διάλογος για την ιστορική αφήγηση της λογοτεχνίας μας και τις προϋποθέσεις της συγγραφής της βρισκόταν στην επικαιρότητα των φιλολογικών συζητήσεων.
Το πάγιο επαναλαμβανόμενο αίτημα για τη συγγραφή μιας νέας, πολύτομης και συλλογικής Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – η έκβαση των συζητήσεων αυτών – κρύβεται σε μια διατύπωση στον πρόλογο του ανά χείρας τόμου, που υπογράφουν οι επιμελητές Αγγέλα Καστρινάκη, Αλέξης Πολίτης και Δημήτρης Τζιόβας. Οι μελέτες του τόμου, γράφουν, «συγκροτούν μια εναλλακτική, πολυπρισματική και ιστορικά προσανατολισμένη θεώρηση της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα».
Το ερώτημα στο οποίο δεν δίνουν απάντηση ούτε οι επιμελητές ούτε οι μελετητές που πραγματεύονται στο τέταρτο μέρος ζητήματα της ιστοριογραφίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας είναι πώς θα συγκροτηθούν όλες αυτές οι προσεγγίσεις σε μια νέα αφήγηση, πώς από τις προτάσεις «για μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», όπως δηλώνεται στον τίτλο του τόμου, θα περάσουμε στο ιστοριογραφικό αποτέλεσμα.
Οι ερευνητές που επισκέπτονταν τον Αλέξανδρο Αργυρίου στο διαμέρισμά του στην Πλουτάρχου στο Κολωνάκι είτε για να τον συμβουλευθούν για πραγματολογικές πληροφορίες που θησαυρίζονταν στο απύθμενο μνημονικό του είτε για να ανατρέξουν σε κάποιο τεκμήριο της τεράστιας βιβλιοθήκης του τον έβρισκαν τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του διαρκώς απασχολημένο με τη συγγραφή της Ιστορίας του. Οσο ζούσε ο Αργυρίου είχαμε τη βεβαιότητα ότι μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γραφόταν. Ως τις τελευταίες στιγμές του ετοίμαζε τον ένατο τόμο της Ιστορίας του, με τις κριτικές αποτιμήσεις του για το ογκώδες υλικό που είχε καταθέσει στους προηγούμενους τόμους. Σήμερα, τέσσερα χρόνια αργότερα, ξέρουμε ότι προς το παρόν μια νέα Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας δεν γράφεται.
Ο Αργυρίου και οι διάδοχοι
Ο διάδοχος του Αργυρίου θα πρέπει να αναζητηθεί στον χώρο των καθηγητών Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στα πανεπιστήμια, διότι είναι γνωστή η σύνδεση των Ιστοριών της λογοτεχνίας με την πανεπιστημιακή διδασκαλία, όπως υποστηρίζει σε αναλυτικό μελέτημά της στον εν προκειμένω τόμο η Βενετία Αποστολίδου. Στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου αποτελούσε εξαίρεση σε μια σειρά ιστοριογράφων της λογοτεχνίας (Κ. Θ. Δημαράς, Λίνος Πολίτης, Μάριο Βίτι, Ρόντρικ Μπίτον) που ήταν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι.
Στον χώρο της πανεπιστημιακής κριτικής ανήκουν στην πλειονότητά τους και οι συμμετέχοντες στον τόμο – με την εξαίρεση των λογοτεχνικών κριτικών Αλέξη Ζήρα, Ελισάβετ Κοτζιά και Βαγγέλη Χατζηβασιλείου -, αρκετοί από τους οποίους έχουν τοποθετηθεί δημόσια για την κατεύθυνση την οποία θα πρέπει να ακολουθήσει η Νεοελληνική Λογοτεχνική Ιστοριογραφία μετά τον Αργυρίου.
Το νέο που εισήγαγε ο Αργυρίου στην ιστοριογραφία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ήταν η συγχρονική προσέγγιση του λογοτεχνικού φαινόμενου. Αφήνοντας στη σκιά τον μελετητή που κρίνει και αξιολογεί εκ των υστέρων, κατέγραψε την πρόσληψη των έργων τη στιγμή που εμφανίζονται και συνέδεσε το λογοτεχνικό έργο με την εποχή του και την κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία παράγεται.
Τι επιτάσσει η εποχή
Διευρύνοντας την οπτική του και αξιοποιώντας την πλούσια παρακαταθήκη του Αρχείου Αργυρίου που έχει δωρηθεί στο Μουσείο Μπενάκη και του ηλεκτρονικού αρχείου του Αργυρίου που παραχώρησε ο ίδιος στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, έχει διατυπωθεί με διάφορες ευκαιρίες πρόσφατα και παλαιότερα – όπως στη στρογγυλή τράπεζα με θέμα τις Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που διοργάνωσε στην Αθήνα το 2004 το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, παρόντων του Αργυρίου και του Βίτι – ότι οι ιστοριογράφοι της πολύτομης, συλλογικής και πολυσυλλεκτικής Ιστορίας της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας θα πρέπει πλέον να ενσωματώσουν στη μελέτη και στην αισθητική αποτίμηση του λογοτεχνικού προϊόντος και την ιστορία των ειδών, των μεταφράσεων, του περιοδικού Τύπου, των εκδοτικών οίκων και των βιβλιοπωλείων, του γούστου του αναγνωστικού κοινού, των μπεστ σέλερ, των λογοτεχνικών βραβείων, της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση.
Η εποχή μας απαιτεί να κατακτηθούν τα ανεξερεύνητα εδάφη της λογοτεχνίας ως θεσμού, ως επικοινωνιακού φαινομένου και ως εμπορικής δραστηριότητας και να συνεκτιμηθούν σε μια αφήγηση για τις συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης της λογοτεχνίας μας, όχι μόνο στον 20ό αιώνα, αλλά και στους προηγούμενους οκτώ αιώνες παρουσίας της. Αν στο συνέδριο συζητήθηκαν οι προϋποθέσεις και οι τρόποι υλοποίησης μιας τέτοιας Ιστορίας της Λογοτεχνίας, αυτό δεν αποτυπώνεται στα πρακτικά.
Βρίσκουμε όμως νύξεις για την αναγκαιότητα του εγχειρήματος: «Τα ζητήματα τα σχετικά με το αναγνωστικό κοινό και το αγοραστικό κοινό της εποχής, την έκδοση, τη διακίνηση και την εμπορία του βιβλίου, την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων κτλ. παραμένουν σχεδόν terra incognita» γράφει στο μελέτημά του για την κριτική της δεκαετίας του 1920 ο Χ. Λ. Καράογλου. Πρώτες παρατηρήσεις για την οικονομία της ποίησης επιχειρεί στο μελέτημά της η Τιτίκα Δημητρούλια και η Ελισάβετ Κοτζιά καταπιάνεται με την εμφάνιση του ευπώλητου μυθιστορήματος στην Ελλάδα μετά το 1985.
Η αναγκαιότητα της σύγχρονης οπτικής
«Οι εθνικές κρίσεις δημιουργούν πάντα την ανάγκη της ιστορικής γνώσης» σημειώνει στο δικό του μελέτημα στον τόμο ο Αλέξης Πολίτης, οδηγώντας στη σκέψη ότι στην εθνική κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στον χώρο της οικονομίας αλλά και του πολιτισμού και του βιβλίου η κατάκτηση της ιστορικής γνώσης επιβάλλεται. Αφενός επειδή, σύμφωνα με τις πρώτες παρατηρήσεις, η νέα γενιά συγγραφέων διαβάζει κυρίως μεταφρασμένη λογοτεχνία και αγνοεί ή έχει λειψή γνώση της νεοελληνικής λογοτεχνίας εξίσου του απώτατου όσο και του πολύ πρόσφατου μεταπολεμικού παρελθόντος. Αφετέρου επειδή η έλλειψη στέρεης ιστορικής γνώσης διευκολύνει την εξάπλωση αυτού που ο Νάσος Βαγενάς αποκαλεί στο μελέτημά του στον τόμο «θεωριακό ιμπρεσιονισμό»: το θάμπωμα από τη θεωρία, που οδηγεί μερίδα της νεοελληνικής κριτικής σε ερμηνευτικά εξαγόμενα τα οποία συσκοτίζουν και παραμορφώνουν το πεδίο που επιχειρεί αυτή η κριτική να φωτίσει.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης στην οποία το τοπικό και το παγκόσμιο, το εθνικό και το αλλότριο επαναπροσδιορίζονται με καινοφανείς όρους, η ελληνική λογοτεχνία έχει ανάγκη από μια Ιστορία ιδωμένη μέσα από μια σύγχρονη οπτική. «Η Ιστορία της λογοτεχνίας μοιάζει με συνεχή ανακατώματα της τράπουλας, δηλαδή διαρκείς ανασυγκροτήσεις, ανακατατάξεις και επινοήσεις νέων οπτικών και νέων ερωτημάτων» γράφει στον τόμο ο Δημήτρης Τζιόβας. Το ζητούμενο τώρα είναι: πόσος χρόνος χρειάζεται στη μετά Αργυρίου εποχή για να αρχίσει η νέα παρτίδα, για να ξεκινήσει η υλοποίηση της προσδοκίας για μια νέα αφήγηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας;
Πηγή : tovima.gr
Ο Γιάννης Χαρούλης για 10 εμφανίσεις, στο Σταυρό του Νότου
Ένας από τους πιο δημοφιλείς Έλληνες τραγουδιστές, ο Γιάννης Χαρούλης, θα βρεθεί μαζί με την εξαιρετική μπάντα του στο Σταυρό του Νότου για 10 εμφανίσεις, από τη Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013, κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Από τις 11 Μαρτίου και κάθε Δευτέρα και Τρίτη στον Σταυρό του Νότου τα τραγούδια γίνονται «Μαγγανείες» του καλού, γιατρικό και μαγικά φίλτρα.
Ο Γιάννης Χαρούλης φτιάχνει για μια ακόμα χρονιά ένα πρόγραμμα με τα βασικά υλικά. Με τραγούδια που είναι ριζωμένα στο κέντρο του συναισθήματος και της συλλογικής μνήμης. Τραγούδια που έρχονται από παντού. Τραγούδια που σε πάνε παντού. Από τόπο σε τόπο και από χρόνο σε χρόνο. Πολλές ιστορίες μαζί που αφηγούνται μια καινούρια ιστορία στην κεντρική σκηνή του Σταυρού του Νότου. Τραγούδια από τους προσωπικούς του δίσκους και την συνεργασία του με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και άλλα που διάλεξε ειδικά για το φετινό πρόγραμμα.
Στην ησυχία και τη συνειδητή επιλογή της Δευτέρας και της Τρίτης ο Γιάννης Χαρούλης μας προσκαλεί στον Σταυρό του Νότου για να ακούσουμε και να τραγουδήσουμε.
Πηγή : culturenow.gr
Το Παρίσι τιμά το νέο ελληνικό σινεμά
Ο ελληνικός κινηματογράφος γιορτάζει στην οδό Μπαλζάκ της Πόλης του Φωτός
Χρυσός και ελεφαντόδοντο από ναυάγιο του 14ου π.Χ. αιώνα
Ομιλία τούρκου αρχαιολόγου, ερευνητή του πλοίου
Η πόλη κάτω από τη Θεσσαλονίκη
Η «Πόλη κάτω από την πόλη» έχει μυριάδες μικρά και μεγάλα μυστικά και θαυμαστές ιστορίες. Αν έρθουν στο φως, προσελκύουν και ευφραίνουν κόσμο.
1.000 από τα 10.000 ευρήματα του μετρό παίρνουν το δρόμο για τον Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού
Αυτό θα γίνει μέσα στην επόμενη χρονιά και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι αρχαίες γειτονιές που ανασκάφηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών του μετρό θα «μιλήσουν».
Οι καλύτεροι μάρτυρες όταν έχουν φύγει οι άνθρωποι είναι, πλέον, τα έργα των χεριών τους, κινητά και ακίνητα. Κάποια, τα δεύτερα, θα πάνε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, ανεξαρτήτως του τι θα γίνει τελικά με το βυζαντινό σταυροδρόμι στον σταθμό Βενιζέλου. Τα κινητά, που ξεπερνούν τις εκατό χιλιάδες, θα έχουν τον χώρο τους σε κάποιο κτίριο του στρατοπέδου, όπου θα λειτουργούν επισκέψιμες αρχαιολογικές αποθήκες.
Αυτό το σχέδιο θέλει χρόνο ώσπου να υλοποιηθεί. Οι αρμόδιες εφορείες προϊστορικών – κλασικών και βυζαντινών αρχαιοτήτων, οι οποίες σκάβουν τόσα χρόνια σε όλο το μήκος του άξονα του μετρό, ετοιμάζουν μέσα στο 2014 μια μεγάλη περιοδική έκθεση με δύο σκέλη. Το ένα θα φιλοξενηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και το άλλο στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Από τα νεκροταφεία
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης θα παρουσιαστούν τα πλούσια ευρήματα από τις ανασκαφές της ΙΣΤ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Εμφαση θα δοθεί στα ευρήματα που εντοπίσθηκαν σε δύο νεκροταφεία ? το δυτικό στον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό και στον Σταθμό της Πλατείας Δημοκρατίας, το ανατολικό στο Σιντριβάνι.
Νομίσματα, αγγεία, λυχνάρια, κοσμήματα, ειδώλια, εργαλεία, πήλινα αγγεία, μυροδοχεία θα εκτεθούν. Ανάμεσά τους και τα χρυσά στεφάνια που είχαν τοποθετηθεί ως κτερίσματα. Μαζί τους θα τοποθετηθούν ευρήματα από οικιστικά και οικοδομικά κατάλοιπα που εντοπίσθηκαν στους σταθμούς Αγία Σοφία, Πανεπιστήμιο, Ευκλείδη.
Περισσότερα από 1.000 αρχαιολογικά ευρήματα των βυζαντινών χρόνων, που ανασυνθέτουν τμήματα από την ιστορία της Θεσσαλονίκης από τον 4ο αιώνα ως τα νεότερα χρόνια, θα παρουσιαστούν στο τμήμα της έκθεσης που θα διοργανώσει η 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού.
Πρωταγωνιστής εδώ θα είναι ο βασικός οδικός άξονας της πόλης, μεγάλα τμήματα του οποίου αποκαλύφθηκαν κάτω από τη σημερινή Εγνατία. Η decumanus των Ρωμαίων, η Μέση Οδός ή Λεωφόρος των Βυζαντινών, με τα εργαστήρια, τις κατοικίες, τα κοινωφελή έργα, παρέμεινε σχεδόν ίδια επί αιώνες και μαρτυρά το «κοσμικό» πρόσωπο της πόλης.
Από τα περίπου 100.000 ευρήματα της περιόδου, θα εκτεθούν 1.000. Ανάμεσά τους: νομίσματα διαφορετικών κοπών, αγγεία, λυχνάρια, γυάλινα φιαλίδια, γυναικεία και αντρικά κοσμήματα κάθε είδους και υλικού (επιστήθιοι σταυροί, γυάλινα και χάλκινα βραχιόλια, χρυσά, χάλκινα και ασημένια δαχτυλίδια), χρηστικά αντικείμενα από καταστήματα – εργαστήρια – σπίτια, καθώς και κάθε είδους ταφικά κτερίσματα.
«ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΜΕΛΕΤΗ»
«Είναι μια πολύ καλή αφορμή να δείξουμε στο κοινό τι έκρυβε στα σπλάχνα της η πόλη», δηλώνει η γενική γραμματέας Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. «Πόσο σημαντικό είναι το παρελθόν της. Αλλά και να του δώσουμε κάτι ως ανταπόδοση για την ταλαιπωρία που υπέστη εξαιτίας των έργων.»
Η γενική γραμματέας θυμίζει πως κάτι αντίστοιχο έγινε με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα, όπου η έκθεση «Η πόλη κάτω από την πόλη» που παρουσιάστηκε στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία.
Τονίζει μάλιστα πως η μεγάλη αυτή περιοδική έκθεση, που θα διαρκέσει ένα έτος, θα δώσει κίνητρο και αφορμή και για την επιστημονική μελέτη των ευρημάτων.
ΟΙ ΔΥΟ ΝΑΟΙ
Εκτός του κεντρικού οδικού άξονα, η έκθεση για τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη θα αναδείξει και τους δύο παλαιοχριστιανικούς ναούς που βρέθηκαν εντός των δύο νεκροταφείων, ανατολικά και δυτικά από το κέντρο της πόλης: έναν ναό του 7ου αιώνα και μια τρίκλιτη παλαιοχριστιανική βασιλική.
Πηγή : ethnos.gr





