Φαίη Σκορδά – Γιώργος Λιάγκας ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: Τι συμβαίνει με το Mega;

Ένα μήνα πριν την πρεμιέρα της εκπομπής τους, που έχει προγραμματιστεί για τις 5 Νοεμβρίου, η Φαίη Σκορδά και ο Γιώργος Λιάγκας δεν έχουν ακόμη υπογράψει συμβόλαιο με το Mega.

Τα πράγματα για το ζευγάρι των παρουσιαστών που απογείωσε την πρωινή ψυχαγωγική ζώνη του σταθμού τα τελευταία δύο χρόνια δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστα, καθώς, λίγο οι φοβερές οικονομικές δυσκολίες των περισσότερων καναλιών, λίγο το γεγονός ότι πλέον δεν έχουν απέναντί τους ισχυρό αντίπαλο, παρά μόνο τον Γιώργο Παπαδάκη για την ώρα 10.00-11.00, αφού ο ΑΝΤ1 αποφάσισε να κόψει την ψυχαγωγική ενότητα του πρωινού του, και η ζώνη που υπηρετούν ο Γιώργος Λιάγκας και η Φαίη Σκορδά έχει αποδυναμωθεί. “Ο Γιώργος και η Φαίη έχουν δυσανασχετήσει καθώς, μετά την επιστροφή τους από τις διακοπές, τους ανακοινώθηκαν και νέες μειώσεις στις αποδοχές τους” τονίζει πηγή του Yupiii. “Παρόλα αυτά, καθώς και οι δύο είναι επαγγελματίες και ξέρουν καλά τι γίνεται αυτή τη στιγμή στην αγορά, συμφώνησαν και μέσα στην εβδομάδα αναμένεται να υπογράψουν τα νέα τους συμβόλαια” προσθέτει η ίδια πηγή.

Στο μεταξύ, όσον αφορά στα άτομα που θα αναπληρώσουν τα κενά της Μαίρη Συνατσάκη και του Τάσου Θεοδώρου στο πάνελ της εκπομπής, αποφασίστηκε τελικώς αυτά να μην είναι δύο, αλλά, για λόγους οικονομίας, ένα!  Έτσι, την επόμενη εβδομάδα θα γίνει οντισιόν προκειμένου να βρεθεί  αυτός ή αυτή που θα ενταχθεί στο πάνελ της εκπομπής “Πρωινό Mou”.

Τέλος, σχετικά με τις φήμες που ήθελαν την εκπομπή Mommy που παρουσίαζε πέρυσι η Φαίη Σκορδά, να κόβεται φέτος από το πρόγραμμα του Mega, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Yupiii δεν έχει ληφθεί προς το παρόν καμία τέτοια απόφαση, καθώς πρώτα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι θα κάνει ο εκδοτικός όμιλος ΔΟΛ  με τα έντυπα που εκδίδει και κυρίως με το περιοδικό Mommy (που έχει άμεση σχέση με την εκπομπή) και αμέσως μετά θα ληφθεί η σχετική απόφαση.

Πηγή : yupiii.gr

Ακι Καουρισμάκι: Από το «Λιμάνι της Χάβρης», στο… λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Σκηνοθέτησε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων, το «Λιμάνι της Χάβρης» που σημείωσε όχι μόνον καλλιτεχνική αλλά και εμπορική επιτυχία. Δεν χρειάζεται συστάσεις. Εδώ και πολλά χρόνια, ο φινλανδός σκηνοθέτης Ακι Καουρισμάκι είναι δικαιωματικά, ένας από τους κορυφαίους κινηματογραφιστές της Ευρώπης. Μαζί με τον πολυβραβευμένο, κουρδικής καταγωγής Μπαχμάν Γκομπαντί και τον Γερμανό Αντρέας Ντρέζεν, ο Καρουρισμάκι συνθέτει μια πολύ καλή τριπλέτα φιλοξενούμενων του προσεχούς 53ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που όπως ανακοίνωσε την Τρίτη το μεσημέρι, έχει προγραμματίσει αφιερώματα στο έργο τους.
 
Το ουμανιστικό, μινιμαλιστικό σινεμά του Καουρισμάκι άρχισε να ακούγεται στην δεκαετία του 1980 μέσα από την «τριλογία του προλεταριάτου» – «Σκιές στον παράδεισο» (1986), «Αριελ» (1988) και «Η γυναίκα με τα σπίρτα» (1990)- όπου ο με κωμικοτραγική διάθεση μιλούσε για την εργατική τάξη της πατρίδας του. Ακολούθησε η τριλογία των χαμένων – «Μακριά πετούν τα σύννεφα» (1996), «Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» (2002), «Φώτα στο σούρουπο» (2006)- όπου ο Καουρισμάκι έβρισκε αποθέματα θάρρους και αλληλεγγύης μέσα από ιστορίες κακοτυχίας και πόνου. Και βέβαια, στο «Λιμάνι της Χάβρης», το αριστούργημά του, έθιξε με τον δικό του, αφαιρετικό αλλά τόσο μεστό τρόπο το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης.

Συνδυάζοντας με λεπτότητα ρεαλισμό και μύθο, το πολυεπίπεδο σινεμά του Μπαχμάν Γκομπαντί  (πρώην βοηθού του Αμπάς Κιαροστάμι) αποτελεί κραυγή για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο Γκομπαντί πραγματοποίησε το ντεμπούτο του μεγάλου μήκους με τα «Μεθυσμένα άλογα» (2000), την πρώτη κουρδική ταινία στην ιστορία του ιρανικού σινεμά, η οποία απέσπασε την Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ των Καννών. Τέσσερα χρόνια αργότερα με το «Και οι χελώνες πετάνε» διείσδυσε στην καθημερινότητα μιας ομάδας παιδιών που ζουν σε έναν καταυλισμό κούρδων προσφύγων, στα σύνορα με το Ιράκ και συλλέγουν νάρκες, παίζοντας μια διαρκή ρώσικη ρουλέτα με το θάνατο ή τον ακρωτηριασμό, ενώ η μουσική που ανήκει στις μεγάλες αγάπες του Γκομπαντί, πρωταγωνιστεί τόσο στην ταινία «Half Moon» (2006), όσο και στο «Ποιος φοβάται τις γάτες της Περσίαs» (2009), που σχολιάζει το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η μουσική της Δύσης είναι απαγορευμένη στο Ιράν.

Τέλος, ο λιγότερο γνωστός στην χώρα μας αλλά από τους πιο ξεχωριστούς εκπροσώπους της νέας γενιάς γερμανών κινηματογραφιστών, o ανατολικογερμανός Αντρέας Ντρέζεν έχει πάντοτε στο επίκεντρο των άνθρωπο μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες διαπροσωπικών σχέσεων που ξαφνιάζουν με τη δύναμη και την ευαισθησία τους. Χαρακτηριστικές ταινίες του οι: «Cloud 9» (2008, βραβείο τμήματος «Ενα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Καννών), «Ουίσκι με βότκα» (2009, βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι), «Grill Point» (2002) και η τελευταία του «Stopped on Track» που απέσπασε πέρυσι το βραβείο του τμήματος «Ενα Κάποιο Βλέμμα».

Πηγή : tovima.gr

Δοκιμή: Suzuki Swift 1,3 DDiS

Η Suzuki εκμεταλλεύεται τη συνεργασία της με τη Fiat και προικίζει το Swift με τον εξ’ Ιταλίας προερχόμενο 1.300άρη πετρελαιοκινήτηρα στοχεύοντας σε ακόμη καλύτερη οικονομία.

Η απελευθέρωση του ντίζελ στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα έδωσε τη δυνατότητα εμπορικής ύπαρξης στη χώρα μας σε πολλά νέα μοντέλα. Ένα από αυτά είναι και το πετρελαιοκίνητο Suzuki Swift, το οποίο πλέον εκτός από ευχάριστα οδικά χαρακτηριστικά και ευελιξία στην πόλη, υπόσχεται και περισσότερη οικονομία καυσίμου.

Ο κινητήρας του Swift είναι ιταλικής καταγωγής και συγκεκριμένα προέρχεται από τη Fiat. Mε απόδοση 75 ίππων, ο κινητήρας αυτός καλύπτει τις προδιαγραφές Euro5 με εκπομπές C02 στα 109 γρ./χλμ. για την πεντάθυρη έκδοση (106 γρ./χλμ. για την τρίθυρη). Το Swift μπορεί να μην απαλλάσσεται από τέλη, συντελεί όμως στην καταβολή ελάχιστων τελών (98,1 ευρώ ετησίως).

Παραμένει ευχάριστο

Το Swift παραμένει ευχάριστο στο δρόμο μιας και οι αναλογίες του, το άμεσο σύστημα διεύθυνσης, το στιβαρό πλαίσιο και η σωστά ρυθμισμένη ανάρτηση, του προσδίδουν σπορτίφ χαρακτηριστικά. Είναι ελάχιστα πιο αργό από το 1,2 βενζίνης (0,5 δλ), αλλά εξαιρετικά πιο γρήγορο στις ρεπρίζ (4,1 δλ. στα 60-100 χλμ./ώρα με 4η και 11,2 δλ. στα 80-120 χλμ./ώρα με 5η). Σε συνδυασμό με την ευελιξία του μοντέλου και τη σχετική άνεση από τις αναρτήσεις το πετρελαιοκίνητο Swift καταφέρνει να αποσπάσει κολακευτικά σχόλια για τη συνολική εικόνα στο δρόμο.

Η τιμή του Swift 1,3 DDiS στο πιο δημοφιλές 5θυρο αμάξωμα ξεκινάει από 13.690 ευρώ, για την έκδοση GL με ικανοποιητικό επίπεδο εξοπλισμού. Η αμέσως πλουσιότερη έκδοση GLX στοιχίζει 14.890 ευρώ. Ωστόσο, η τιμή για την τρίθυρη έκδοση του Swift είναι 13.190 ευρώ (GL). H διαφορά με την αντίστοιχη (GL) 3θυρη έκδοση βενζίνης είναι1.700 ευρώ.

Κινητήρας

Ο 1.248 κ.εκ. πετρελαιοκινητήρας που κινεί το Swift Golf είναι 4κύλινδρος, 16βάλβιδος με turbo, σύστημα κοινής γραμμής τροφοδοσίας και άμεσο ψεκασμό, ενώ αποδίδει 75 ίππους και κυρίως 190 Nm ροπής, από τις μόλις 1.750 σ.α.λ. Στην πράξη δείχνει ράθυμος χαμηλά, αλλά μετά τις 1.900 στροφές έχει γερό τράβηγμα, με αποτέλεσμα ο οδηγός να μην χρειάζεται να καταφεύγει συχνά στον εύχρηστο επιλογέα των 5 ταχυτήτων. Ο θόρυβος πάντως γίνεται αισθητός ακόμα και στο ρελαντί, αλλά οι κραδασμοί είναι περιορισμένοι. Ο κινητήρας προσφέρει γρήγορες επιταχύνσεις εν κινήσει, αλλά και από στάση, ωστόσο το μεγάλο του ατού είναι η χαμηλή κατανάλωσή των μόλις 4,2 λτ./100 χλμ.

Πηγή : autotriti.gr

Ακι Καουρισμάκι: Από το «Λιμάνι της Χάβρης», στο… λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Σκηνοθέτησε μια από τις σπουδαιότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων, το «Λιμάνι της Χάβρης» που σημείωσε όχι μόνον καλλιτεχνική αλλά και εμπορική επιτυχία. Δεν χρειάζεται συστάσεις. Εδώ και πολλά χρόνια, ο φινλανδός σκηνοθέτης Ακι Καουρισμάκι είναι δικαιωματικά, ένας από τους κορυφαίους κινηματογραφιστές της Ευρώπης. Μαζί με τον πολυβραβευμένο, κουρδικής καταγωγής Μπαχμάν Γκομπαντί και τον Γερμανό Αντρέας Ντρέζεν, ο Καρουρισμάκι συνθέτει μια πολύ καλή τριπλέτα φιλοξενούμενων του προσεχούς 53ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που όπως ανακοίνωσε την Τρίτη το μεσημέρι, έχει προγραμματίσει αφιερώματα στο έργο τους.
 
Το ουμανιστικό, μινιμαλιστικό σινεμά του Καουρισμάκι άρχισε να ακούγεται στην δεκαετία του 1980 μέσα από την «τριλογία του προλεταριάτου» – «Σκιές στον παράδεισο» (1986), «Αριελ» (1988) και «Η γυναίκα με τα σπίρτα» (1990)- όπου ο με κωμικοτραγική διάθεση μιλούσε για την εργατική τάξη της πατρίδας του. Ακολούθησε η τριλογία των χαμένων – «Μακριά πετούν τα σύννεφα» (1996), «Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» (2002), «Φώτα στο σούρουπο» (2006)- όπου ο Καουρισμάκι έβρισκε αποθέματα θάρρους και αλληλεγγύης μέσα από ιστορίες κακοτυχίας και πόνου. Και βέβαια, στο «Λιμάνι της Χάβρης», το αριστούργημά του, έθιξε με τον δικό του, αφαιρετικό αλλά τόσο μεστό τρόπο το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης.

Συνδυάζοντας με λεπτότητα ρεαλισμό και μύθο, το πολυεπίπεδο σινεμά του Μπαχμάν Γκομπαντί  (πρώην βοηθού του Αμπάς Κιαροστάμι) αποτελεί κραυγή για δικαιοσύνη και ελευθερία. Ο Γκομπαντί πραγματοποίησε το ντεμπούτο του μεγάλου μήκους με τα «Μεθυσμένα άλογα» (2000), την πρώτη κουρδική ταινία στην ιστορία του ιρανικού σινεμά, η οποία απέσπασε την Χρυσή Κάμερα στο Φεστιβάλ των Καννών. Τέσσερα χρόνια αργότερα με το «Και οι χελώνες πετάνε» διείσδυσε στην καθημερινότητα μιας ομάδας παιδιών που ζουν σε έναν καταυλισμό κούρδων προσφύγων, στα σύνορα με το Ιράκ και συλλέγουν νάρκες, παίζοντας μια διαρκή ρώσικη ρουλέτα με το θάνατο ή τον ακρωτηριασμό, ενώ η μουσική που ανήκει στις μεγάλες αγάπες του Γκομπαντί, πρωταγωνιστεί τόσο στην ταινία «Half Moon» (2006), όσο και στο «Ποιος φοβάται τις γάτες της Περσίαs» (2009), που σχολιάζει το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα η μουσική της Δύσης είναι απαγορευμένη στο Ιράν.

Τέλος, ο λιγότερο γνωστός στην χώρα μας αλλά από τους πιο ξεχωριστούς εκπροσώπους της νέας γενιάς γερμανών κινηματογραφιστών, o ανατολικογερμανός Αντρέας Ντρέζεν έχει πάντοτε στο επίκεντρο των άνθρωπο μέσα από μικρές καθημερινές ιστορίες διαπροσωπικών σχέσεων που ξαφνιάζουν με τη δύναμη και την ευαισθησία τους. Χαρακτηριστικές ταινίες του οι: «Cloud 9» (2008, βραβείο τμήματος «Ενα Κάποιο Βλέμμα» στο φεστιβάλ Καννών), «Ουίσκι με βότκα» (2009, βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Κάρλοβι Βάρι), «Grill Point» (2002) και η τελευταία του «Stopped on Track» που απέσπασε πέρυσι το βραβείο του τμήματος «Ενα Κάποιο Βλέμμα».

Πηγή : tovima.gr