Alexandra Paleologu : „Von den Kings habe ich auch nichts bekommen 5 Euro"

Anlässlich der Show „Ich liebe dich aber…” und die „Könige“ von Mega, Alexandra Palaiologou sprach mit „Espresso“ über die finanziellen Probleme der Serie und verriet, dass sie nie bezahlt wurde, sondern auch für das Geld, das er in der Vergangenheit mit Fernsehjobs verdient hat.

"Glücklicherweise, Ich wurde für alle meine Jobs bezahlt. Außer ihnen „Könige“, dass ich nicht einmal fünf Euro erhalten habe… Über Weihnachten wurden die Dreharbeiten eingestellt, weil die Produktion nicht mehr zu bewältigen war! Die Kinder hatten nicht einmal selbst Benzin, die Situation war sehr schwierig“.

Was das Geld betrifft, das sie in der Vergangenheit durch ihre Arbeit verdient hat, erklärte Alexandra Paleologu: „In der Vergangenheit, Ich habe etwas Geld verdient, um meinen Lebensunterhalt anständig zu verdienen! Ich lebe kein luxuriöses Leben. Vielleicht waren irgendwann die Kassetten hoch, Aber das passierte nicht jedes Jahr und es gab eine Saison, in der ich keinen Job beim Fernsehen hatte und teilen musste, um über die Runden zu kommen. Ohnehin, Ich habe meinen Befehl getan, heißt es, so dass ein Jahr, ob ich arbeitslos werde, kein Problem zu haben…»

Quelle : yupiii.gr

Renault – Der kleine Crossover ist fast fertig

Das französische Unternehmen stellt die Produktion des Modus innerhalb des nächsten Jahres ein, und beginnt mit der Produktion eines neuen Crossover auf den Spuren von Nissans Juke.

Genauer, Quellen durch die Renault berichten, dass das Unternehmen die Produktion seines bekannten kleinen Crossover Modus einstellen wird, und wird mit der Entwicklung und Produktion eines Crossover-Modells auf Basis des Nissan Juke fortfahren. Zu diesem Zeitpunkt wurden keine weiteren Details veröffentlicht, aber das Auto wird darin präsentiert 2013, und wird im Werk Valladolid hergestellt, in Spanien, wo jetzt Modus und Grand Modus produziert werden. Die größte Wahrscheinlichkeit besteht darin, dass das neue Modell ästhetisch vom von Renault vorgestellten Captur inspiriert sein wird 2011 auf der Genfer Ausstellung.

Quelle : autotriti.gr

Φόρος τιμής στον μεγάλο απόντα των MotoGP

Όλα ξεκίνησαν πέρυσι, λίγο μετά τον αδόκητο θάνατο του ελπιδοφόρου και δημοφιλέστατου στην Ιταλία, Marco Simoncelli.

Οι θαυμαστές του Marco αλλά και απλοί ντόπιοι άρχισαν να ζητούν πιεστικά με χιλιάδες επιστολών, μηνυμάτων και υπογραφών από τη διεύθυνσης της πίστας του Misano (που επίσημα ονομάζεται Misano World Circuit) να τη μετονομάσει, σαν φόρο τιμής στον εκλιπόντα.

Ανταποκρινόμενη η διεύθυνση ανακοίνωσε τον περασμένο Νοέμβριο ότι σκόπευε πράγματι να υιοθετήσει το όνομα του Simoncelli.

Χτες σε μια σύντομη συνέντευξη Τύπου ο Δρ. Trevi, πρόεδρος της Santamonica SpA (ιδιοκτήτριας της πίστας) έδωσε στη δημοσιότητα, παρουσία και της οικογένειας Simoncelli, τα νέα όνομα και λογότυπο.

Έτσι από δω και πέρα η ιστορική πίστα θα αναφέρεται ως «Misano World Circuit Marco Simoncelli».

Το νέο της λογότυπο αποτελεί έργο του γνωστού Aldo Drudi. Ο ιταλός σχεδιαστής για νομικούς λόγους δεν είχε το ελεύθερο να αλλάξει τελείως το όνομα και το λογότυπο της πίστας, καθώς η γραφειοκρατία και στην Ιταλία θέτει εμπόδια… μεσογειακών διαστάσεων.

Ωστόσο μπόρεσε να παίξει με τα δύο κόκινα «ll» που αν θυμάστε υπήρχαν και στο κράνος AGV του Super Sic, το οποίο είχε επίσης σχεδιάσει ο Drudi.

Συμβόλιζαν την πορεία στο μέλλον, καθώς οι δύο παράλληλες γραμμές δεν συναντώνται ποτέ, συνεχίζοντας επ’ άπειρο. Τώρα οδηγούν ψηλά, εκεί κοντά στον αξέχαστο Marco.

Quelle : newsbeast.gr

Η κληρονομιά μας δεν πουλιέται

Οι αντιδράσεις στην πρακτική του μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα να δημοπρατήσει ένα έργο για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του

Θα πουλούσατε έργο ενός μουσείου για να αντιμετωπίσετε τα οικονομικά του προβλήματα; Το ερώτημα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, της οποίας το πλήθος των μουσείων είναι ταγμένο στη φύλαξη και στην ανάδειξη αρχαιοτήτων, δεν θα μπορούσε παρά να είναι υποθετικό. Πώς θα ήταν δυνατόν να βγάλει στο σφυρί την πολιτιστική κληρονομιά τηςΟρισμένα πράγματα άλλωστε, ακόμη και σε εποχές πλήρους κατάρρευσης των αξιών, παραμένουν ψηλά.
Ο διευθυντής του μεγάλου ισπανικού μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα το έπραξε όμως. Η δικαιολογία του σοβαρή, δεδομένου ότι το μουσείο αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, το οποίο εντάθηκε με την οικονομική κρίση. Αλλά και η πράξη του τολμηρή, αφού παρέδωσε έναν από τους πίνακες των συλλογών του προκειμένου να δημοπρατηθεί από τους Christie’s. Αντίστοιχη ενέργεια στην Ελλάδα δύσκολα θα τη διανοούνταν κανείς. Οχι μόνον όσον αφορά την πώληση αρχαιοτήτων και γενικότερα έργων και αντικειμένων που έχουν χαρακτηριστεί μνημεία, διότι αυτό απαγορεύεται ρητώς από το Σύνταγμα και από τον Αρχαιολογικό Νόμο, αλλά και σύγχρονων έργων, τα οποία μπορούν να διακινηθούν ελεύθερα.
Auf dem anderen, τα αμερικανικά μουσεία πουλάνε εδώ και χρόνια έργα τους για διάφορους λόγους. Η ουσιώδης διαφορά με την Ισπανία είναι ότι για πρώτη φορά, τουλάχιστον ομολογημένα, η κίνηση αυτή γίνεται λόγω οικονομικών δυσχερειών. Ασχέτως αν το έργο του ρομαντικού τοπιογράφου Τζον Κόνσταμπλ φθάσει στο ζητούμενο ποσό των 21 Million. στερλινών, ο διευθυντής του Τίσεν-Μπορνεμίτσα ανοίγει ένα παράθυρο σφραγισμένο καλά ως σήμερα, αναφορικά με τη διαχείριση των μουσείων διεθνώς.

Αϋλη κληρονομιά
«Ακόμη κι αν επιτρεπόταν από τον νόμο, ακόμη κι αν είχα άδεια να το κάνω, δεν θα πουλούσα ποτέ έργο του μουσείου» απαντά στην ερώτηση ο καθηγητής κ. Νίκος Σταμπολίδης, διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, ενός από τα λίγα ιδιωτικά αρχαιολογικά μουσεία της χώρας. «Μόνο πάνω από το πτώμα μου!» είναι εξάλλου η αντίδραση της δόκτορος Αγγελικής Κοτταρίδη, η οποία ως προϊσταμένη της ΙΖΕφορείας Αρχαιοτήτων έχει στην ευθύνη της το Μουσείο των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας, τα αρχαιολογικά μουσεία Πέλλας και Βέροιας, καθώς και το Βυζαντινό Βέροιας.
Η διαφορά άλλωστε μεταξύ ενός αρχαίου αντικειμένου και ενός σύγχρονου έργου τέχνης είναι ειδοποιός, αφού ένα έργο ζωγραφικής ή γλυπτικής παράχθηκε για να πουληθεί, αντίθετα με τις αρχαιότητες, που είναι ευρήματα ανασκαφών και υπήρξαν κάποτε ιδιοκτησίες ανθρώπων. «Είναι υλικά έργα, αλλά η υπόστασή τους είναι άυλη» τονίζει η κυρία Κοτταρίδη. «Τι θα μπορούσα δηλαδή να πουλήσω; Ενα χρυσελεφάντινο κομματάκι από την κλίνη του Φιλίππου;».
Σύμφωνα με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο ωστόσο, η πώληση έργων για την Εθνική Πινακοθήκη (και για τα μουσεία σύγχρονης τέχνης) δεν είναι απαγορευτική. Η διευθύντριά της κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είναι όμως αρνητική σε κάθε πιθανότητα πώλησης. «Προσωπικά δεν θα το τολμούσα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πάρω μια τέτοια απόφαση, ακόμη και σε έσχατη ανάγκη» δηλώνει.

Οι προτάσεις
Το ερώτημα επομένως της οικονομικής ενίσχυσης των μουσείων παραμένει. Ετσι η αναζήτηση νέων τρόπων χρηματοδότησής τους είναι επιτακτική. «Σε έσχατη ανάγκη θα ζητούσα από τους υποψήφιους αγοραστές ναυιοθετήσουνένα έργο, αφήνοντάς το όμως στη θέση του, στο μουσείο» προτείνει ο κ. Σταμπολίδης, ενώ για την κυρία Κοτταρίδη απαιτείται ευελιξία και ευρηματικότητα: «Οταν οι Αμερικανοί πουλούν το δικαίωμα συμμετοχής σε μια ανασκαφή αντί 3.000 δολαρίων και όταν οι Σκοπιανοί με τους Βούλγαρους πράττουν το ίδιο προς 1.500 δολάρια για δύο εβδομάδες, είναι φανερό ότι αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς είναι μια νέα πολιτιστική στρατηγική» λέει.
Η ίδια θα «πουλούσε» επίσης τη συμμετοχή σε εργαστήρια που θα κατασκευάζουν προϊόντα με την αρχαία τεχνογνωσίαυφαντά, κεραμικά, μεταλλικά έργα, Zimt -, τα οποία θα διατίθενται στη συνέχεια στο εμπόριο. Ακόμη DVD, παιχνίδια και διαδικτυακές εφαρμογές. Αλλά και τη δικτύωση αρχαιολογικών χώρων για την παροχή περισσότερων υπηρεσιών στους επισκέπτες. Γιατί δεν γίνονται όμως όλα αυτά;
«Είμαστε έτοιμοι για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη διαχείριση των μουσείων» λέει η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη. «Γιατί με τους ισχύοντες νόμους μια χορηγία μπορεί να μη φθάσει ποτέ στον φορέα για τον οποίο προορίζεται, και αυτό εξαιτίας της εγγραφής της στον τακτικό προϋπολογισμό, ενώ και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, που έχει την αρμοδιότητα παραγωγής αντιγράφων και άλλων προϊόντων για τα πωλητήρια, είναι ξεπερασμένο προ πολλού» παραδέχεται η ίδια.
«Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να σπάσουμε τα ταμπού και τα κατεστημένα του ΤΑΠ και να λάβουμε υπόψιν τη λογική της αγοράς» καταλήγει η κυρία Μενδώνη. Και φαίνεται ότι σήμερα αυτό δεν είναι μόνον αναγκαίο. Είναι υποχρεωτικό.

Στοιβαγμένα στις αποθήκες
Μικρά πήλινα λυχναράκια, ομοιόμορφα μεταξύ τους, κατά εκατοντάδες. Θραύσματα αγγείων κατά χιλιάδες. Στοιβαγμένα αναγκαστικά στις αποθήκες των μουσείων ή των Εφορειών Αρχαιοτήτων πολλά ευρήματα των ανασκαφών που δεν παρουσιάζουν ξεχωριστό αρχαιολογικό ενδιαφέρον παραμένουν σε αχρηστία. Η παραχώρησή τους απαγορεύεται, παρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί για την πώληση ή δωρεά τους σε μουσεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και γενικότερα σε φορείς του εξωτερικού που προάγουν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
«Δεν υπάρχει λόγος να πωληθούν γιατί η οικονομική τους αξία δεν είναι τέτοια που να λύνει κάποιο πρόβλημα. Im Gegenteil, και το μικρότερο από αυτά έχει την ιδιαίτερη σημασία του για τους επιστήμονες» λέει η αρχαιολόγος κυρία Αγγελική Κοτταρίδη. Για τον καθηγητή κ. Νίκο Σταμπολίδη ωστόσο αποτελούν μια ευκαιρία προβολής της χώρας: «Μπορεί να πωληθούν ή να δωρηθούν, με την προϋπόθεση όμως πάντα ότι θα φέρουν τα στοιχεία τηςταυτότητάςτους και ότι θα εκτίθενται σε κοινόχρηστους χώρους. Γιατί έτσι θα μπορούσε να αποτελούν ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε άλλον τόπο».

Quelle : tovima.gr

Η κληρονομιά μας δεν πουλιέται

Οι αντιδράσεις στην πρακτική του μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα να δημοπρατήσει ένα έργο για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του

Θα πουλούσατε έργο ενός μουσείου για να αντιμετωπίσετε τα οικονομικά του προβλήματα; Το ερώτημα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, της οποίας το πλήθος των μουσείων είναι ταγμένο στη φύλαξη και στην ανάδειξη αρχαιοτήτων, δεν θα μπορούσε παρά να είναι υποθετικό. Πώς θα ήταν δυνατόν να βγάλει στο σφυρί την πολιτιστική κληρονομιά τηςΟρισμένα πράγματα άλλωστε, ακόμη και σε εποχές πλήρους κατάρρευσης των αξιών, παραμένουν ψηλά.
Ο διευθυντής του μεγάλου ισπανικού μουσείου Τίσεν-Μπορνεμίτσα το έπραξε όμως. Η δικαιολογία του σοβαρή, δεδομένου ότι το μουσείο αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης, το οποίο εντάθηκε με την οικονομική κρίση. Αλλά και η πράξη του τολμηρή, αφού παρέδωσε έναν από τους πίνακες των συλλογών του προκειμένου να δημοπρατηθεί από τους Christie’s. Αντίστοιχη ενέργεια στην Ελλάδα δύσκολα θα τη διανοούνταν κανείς. Οχι μόνον όσον αφορά την πώληση αρχαιοτήτων και γενικότερα έργων και αντικειμένων που έχουν χαρακτηριστεί μνημεία, διότι αυτό απαγορεύεται ρητώς από το Σύνταγμα και από τον Αρχαιολογικό Νόμο, αλλά και σύγχρονων έργων, τα οποία μπορούν να διακινηθούν ελεύθερα.
Auf dem anderen, τα αμερικανικά μουσεία πουλάνε εδώ και χρόνια έργα τους για διάφορους λόγους. Η ουσιώδης διαφορά με την Ισπανία είναι ότι για πρώτη φορά, τουλάχιστον ομολογημένα, η κίνηση αυτή γίνεται λόγω οικονομικών δυσχερειών. Ασχέτως αν το έργο του ρομαντικού τοπιογράφου Τζον Κόνσταμπλ φθάσει στο ζητούμενο ποσό των 21 Million. στερλινών, ο διευθυντής του Τίσεν-Μπορνεμίτσα ανοίγει ένα παράθυρο σφραγισμένο καλά ως σήμερα, αναφορικά με τη διαχείριση των μουσείων διεθνώς.

Αϋλη κληρονομιά
«Ακόμη κι αν επιτρεπόταν από τον νόμο, ακόμη κι αν είχα άδεια να το κάνω, δεν θα πουλούσα ποτέ έργο του μουσείου» απαντά στην ερώτηση ο καθηγητής κ. Νίκος Σταμπολίδης, διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, ενός από τα λίγα ιδιωτικά αρχαιολογικά μουσεία της χώρας. «Μόνο πάνω από το πτώμα μου!» είναι εξάλλου η αντίδραση της δόκτορος Αγγελικής Κοτταρίδη, η οποία ως προϊσταμένη της ΙΖΕφορείας Αρχαιοτήτων έχει στην ευθύνη της το Μουσείο των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας, τα αρχαιολογικά μουσεία Πέλλας και Βέροιας, καθώς και το Βυζαντινό Βέροιας.
Η διαφορά άλλωστε μεταξύ ενός αρχαίου αντικειμένου και ενός σύγχρονου έργου τέχνης είναι ειδοποιός, αφού ένα έργο ζωγραφικής ή γλυπτικής παράχθηκε για να πουληθεί, αντίθετα με τις αρχαιότητες, που είναι ευρήματα ανασκαφών και υπήρξαν κάποτε ιδιοκτησίες ανθρώπων. «Είναι υλικά έργα, αλλά η υπόστασή τους είναι άυλη» τονίζει η κυρία Κοτταρίδη. «Τι θα μπορούσα δηλαδή να πουλήσω; Ενα χρυσελεφάντινο κομματάκι από την κλίνη του Φιλίππου;».
Σύμφωνα με το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο ωστόσο, η πώληση έργων για την Εθνική Πινακοθήκη (και για τα μουσεία σύγχρονης τέχνης) δεν είναι απαγορευτική. Η διευθύντριά της κυρία Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα είναι όμως αρνητική σε κάθε πιθανότητα πώλησης. «Προσωπικά δεν θα το τολμούσα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να πάρω μια τέτοια απόφαση, ακόμη και σε έσχατη ανάγκη» δηλώνει.

Οι προτάσεις
Το ερώτημα επομένως της οικονομικής ενίσχυσης των μουσείων παραμένει. Ετσι η αναζήτηση νέων τρόπων χρηματοδότησής τους είναι επιτακτική. «Σε έσχατη ανάγκη θα ζητούσα από τους υποψήφιους αγοραστές ναυιοθετήσουνένα έργο, αφήνοντάς το όμως στη θέση του, στο μουσείο» προτείνει ο κ. Σταμπολίδης, ενώ για την κυρία Κοτταρίδη απαιτείται ευελιξία και ευρηματικότητα: «Οταν οι Αμερικανοί πουλούν το δικαίωμα συμμετοχής σε μια ανασκαφή αντί 3.000 δολαρίων και όταν οι Σκοπιανοί με τους Βούλγαρους πράττουν το ίδιο προς 1.500 δολάρια για δύο εβδομάδες, είναι φανερό ότι αυτό που χρειαζόμαστε και εμείς είναι μια νέα πολιτιστική στρατηγική» λέει.
Η ίδια θα «πουλούσε» επίσης τη συμμετοχή σε εργαστήρια που θα κατασκευάζουν προϊόντα με την αρχαία τεχνογνωσίαυφαντά, κεραμικά, μεταλλικά έργα, Zimt -, τα οποία θα διατίθενται στη συνέχεια στο εμπόριο. Ακόμη DVD, παιχνίδια και διαδικτυακές εφαρμογές. Αλλά και τη δικτύωση αρχαιολογικών χώρων για την παροχή περισσότερων υπηρεσιών στους επισκέπτες. Γιατί δεν γίνονται όμως όλα αυτά;
«Είμαστε έτοιμοι για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη διαχείριση των μουσείων» λέει η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού κυρία Λίνα Μενδώνη. «Γιατί με τους ισχύοντες νόμους μια χορηγία μπορεί να μη φθάσει ποτέ στον φορέα για τον οποίο προορίζεται, και αυτό εξαιτίας της εγγραφής της στον τακτικό προϋπολογισμό, ενώ και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, που έχει την αρμοδιότητα παραγωγής αντιγράφων και άλλων προϊόντων για τα πωλητήρια, είναι ξεπερασμένο προ πολλού» παραδέχεται η ίδια.
«Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να σπάσουμε τα ταμπού και τα κατεστημένα του ΤΑΠ και να λάβουμε υπόψιν τη λογική της αγοράς» καταλήγει η κυρία Μενδώνη. Και φαίνεται ότι σήμερα αυτό δεν είναι μόνον αναγκαίο. Είναι υποχρεωτικό.

Στοιβαγμένα στις αποθήκες
Μικρά πήλινα λυχναράκια, ομοιόμορφα μεταξύ τους, κατά εκατοντάδες. Θραύσματα αγγείων κατά χιλιάδες. Στοιβαγμένα αναγκαστικά στις αποθήκες των μουσείων ή των Εφορειών Αρχαιοτήτων πολλά ευρήματα των ανασκαφών που δεν παρουσιάζουν ξεχωριστό αρχαιολογικό ενδιαφέρον παραμένουν σε αχρηστία. Η παραχώρησή τους απαγορεύεται, παρά τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί για την πώληση ή δωρεά τους σε μουσεία, εκπαιδευτικά ιδρύματα και γενικότερα σε φορείς του εξωτερικού που προάγουν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
«Δεν υπάρχει λόγος να πωληθούν γιατί η οικονομική τους αξία δεν είναι τέτοια που να λύνει κάποιο πρόβλημα. Im Gegenteil, και το μικρότερο από αυτά έχει την ιδιαίτερη σημασία του για τους επιστήμονες» λέει η αρχαιολόγος κυρία Αγγελική Κοτταρίδη. Για τον καθηγητή κ. Νίκο Σταμπολίδη ωστόσο αποτελούν μια ευκαιρία προβολής της χώρας: «Μπορεί να πωληθούν ή να δωρηθούν, με την προϋπόθεση όμως πάντα ότι θα φέρουν τα στοιχεία τηςταυτότητάςτους και ότι θα εκτίθενται σε κοινόχρηστους χώρους. Γιατί έτσι θα μπορούσε να αποτελούν ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς σε άλλον τόπο».

Quelle : tovima.gr