GEDICHT: RAT EINES VATERS

GEDICHT: RAT EINES VATERS
Sein April 1997, το ένα παιδί μου αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα στο ξεκίνημα της επαγγελματικής του ζωής, απ‘ αυτά που όλα τα παιδιά αντιμετωπίζουν, εξ αιτίας κακόβουλων ανταγωνιστικών συμπεριφορών κάποιων συναδέλφων στο χώρο δουλειάς.
Diese Nacht, σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να ενδυναμώσω το παιδί μου και να το οπλίσω με θάρρος και αυτοπεποίθηση. Τότε σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να μιλήσω από καρδιάς και έτσι προέκυψε το ποίημα Das:

Wenn ein Biest neben dir brüllt
Sie können den Weg ohne Angst fortsetzen.
Stehen Sie nicht, Schau nicht weg.
Gerader Körper, mit Nelken so hoch wie möglich.

Und‘ wenn Ihnen das Gehen schwerfällt
Und‘ Antara und Schwärze umhüllen dich,
die Straße von‘ deine Augen, wenn du verlierst,
wie eine Nussschale, wenn der Sturm dich erschüttert ,

die Augen deiner Seele zu schließen
auf Straßen, das dein Geist schnitzt
und wir haben die Ziellinie durch sie hindurchgeschoben,
sicher, dass Sie dort alles finden, was Sie sich wünschen

Mut schöpft die Quellen aus deinem Geist,
iomates wie oben ap‘ das Wasser des Wissens
Stützen Sie sich auf Zweige, die aus Erfahrungen geflochten sind,
die du in deinem Leben nach und nach sammelst.

Lassen Sie sich nicht von der Kritik anderer Leute in die Irre führen,
was sie schamlos und ohne zu zögern aussprechen
Lassen Sie sich nicht mitreißen‘ der Stumpfe,
Je älter desto dümmere Gedanken.

Halte dich von solchen Leuten fern,
gib nicht nach, Füttere sie nicht
weitermachen n‘ sie brüllen,
sich freuen, weil ‚Ja, Ersthelfer‘ alle

M‘ das ist pure Freude, unzufrieden,
Denn tief im Inneren wissen sie, wie viel sie wert sind
und sie versuchen, sich zu verstecken
mit Silberstaub, Und‘ sie ‚ja, gefälscht.

GEDICHT: RAT EINES VATERS

GEDICHT: RAT EINES VATERS
Sein April 1997, Mein einziges Kind hatte ein Problem damit
Beginn seines Berufslebens, απ‘ diejenigen, die alle Kinder
Gesicht, aufgrund des böswilligen Wettbewerbsverhaltens einiger
Kollegen bei der Arbeit.
Diese Nacht, Ich habe darüber nachgedacht, wie
Ich könnte meinem Kind Kraft verleihen und es mit Mut ausrüsten
Vertrauen. Dann dachte ich, der beste Weg wäre, zu reden
aus dem Herzen und so ist dieses Gedicht entstanden:


Wenn ein Biest neben dir brüllt
Sie können den Weg ohne Angst fortsetzen.
Stehen Sie nicht, Schau nicht weg.
Gerader Körper, mit Nelken so hoch wie möglich.

Und‘ wenn Ihnen das Gehen schwerfällt
Und‘ Antara und Schwärze umhüllen dich,
die Straße von‘ deine Augen, wenn du verlierst,
wie eine Nussschale, wenn der Sturm dich erschüttert ,

die Augen deiner Seele zu schließen
auf Straßen, das dein Geist schnitzt
und wir haben die Ziellinie durch sie hindurchgeschoben,
sicher, dass Sie dort alles finden, was Sie sich wünschen

Mut schöpft die Quellen aus deinem Geist,
iomates wie oben ap‘ das Wasser des Wissens
Stützen Sie sich auf Zweige, die aus Erfahrungen geflochten sind,
die du in deinem Leben nach und nach sammelst.

Lassen Sie sich nicht von der Kritik anderer Leute in die Irre führen,
was sie schamlos und ohne zu zögern aussprechen
Lassen Sie sich nicht mitreißen‘ der Stumpfe,
Je älter desto dümmere Gedanken.

Halte dich von solchen Leuten fern,
gib nicht nach, Füttere sie nicht
weitermachen n‘ sie brüllen,
sich freuen, weil ‚Ja, Ersthelfer‘ alle

M‘ das ist pure Freude, unzufrieden,
Denn tief im Inneren wissen sie, wie viel sie wert sind
und sie versuchen, sich zu verstecken
mit Silberstaub, Und‘ sie ‚ja, gefälscht.


Μπάστας Χάρης: << Επιστρέφοντας >>

Ένα απόσπασμα από την ανέκδοτη εργασία μου << Rückkehr >> …

Προσπάθησα να διακρίνω από την διαφορά στο παρουσιαστικό τους, την σημασία που είχαν στην συγκεκριμένη στάθμη σκαλοπατιών.
Αναρωτήθηκα ποιά ήταν η διαφορετικότητα τους με την ανάγκη συνύπαρξής εδώ στο πρώτο πλατύσκαλο μετά από τρία σκαλοπάτια και με αντίθετη κατεύθυνση το ένα από το άλλο, σαν να ήθελαν γυρισμένη την πλάτη τους.
Το δίλημμα μου με τον ιστό που απλώνονταν στα πέλματα επιδιώκοντας την αδράνεια του βηματισμού μου, που προσπαθούσε να με εμποδίσει, μεγάλωνε.
Ήταν έντονο το συναίσθημα της ανυπομονησίας μου νανακαλύψω αυτό που αναζητούσα. Μου χάριζε έτσι την ανάλογη αποφασιστικότητα για να στραφώ βηματίζοντας προς το διάδρομο στα δεξιά μου, όπου όσο πλησίαζα, έπαιρνε το χρωματισμό που ήθελε να έχει στα μάτια μου.
Δονήσεις, σκέφτηκα.
Ενεργειακές δονήσεις από χρονικές παλμικές συχνότητες θα δημιουργήσουν διαγράμματα με τον ανάλογο χρωματισμό, προσπαθώντας να μου αποκαλύψουν ένα μέρος απ’ αυτό που αναζητούσα.
Ο διάδρομος που είχα αποφασίσει να διανύσω σε μια προσπάθεια αποκάλυψης του λόγου ύπαρξης του, ήταν στρωμένος με πλάκες γαλάζιες κι αρμούς που φωσφόριζαν δίνοντας την εντύπωση, ότι η κάθε πλακά του διάδρομου είναι ανεξάρτητη η μια από την άλλη.
Ίσως με αυτό το τρόπο ήθελαν στη ματιά μου να δώσουν μια ερμηνεία, ότι το κάθε πάτημα μου, είχε κάποια ξεχωριστή σημασία από αυτή του απλού διαδρόμου.
Στα δεξιά διέκρινα μια πόρτα που δεν ακουμπούσε στο διάδρομο, ως ανεξάρτητη απ’ όλο αυτό που διάβαινα.
Όλα σαν ξεχωριστά, μα έδειχναν ένα.
Σαν μιά σειρά γεγονότων εξαρτημένα το ένα από το άλλο για ν’ αποκαλύψουν το τελικό αποτέλεσμα.
Ήταν μισάνοιχτη με φωτισμό στο εσωτερικό τόσο, που μόλις μπορούσα να διακρίνω τους χρωματισμούς.
Την έσπρωξα απαλά κι ανοίγοντας την, προσπάθησα να διακρίνω κάτι που θα έπρεπε να προσέξω στο εσωτερικό του προστατευόμενου χώρου.
Η ματιά μου έπεσε πάνω σε μια μορφή που έστεκε όρθια με γυρισμένη την πλάτη σε εμένα σαν ν’ απέφευγε την αποκάλυψη του προσώπου της.
Αυτό που μου επέτρεπε να υποθέσω στην προσωρινή σκέψη μου, ήταν ότι ήθελε να προσέξω την παρουσία της γνωρίζοντας ότι αγνοώ την αλήθεια της.
Με παρότρυνε να εντείνω την προσοχή μου αναγνωρίζοντας την άγνοια μου.
Σε ένα χωριό κάπου κάποτε, την άκουσα αρχίζοντας να μου λέει.
Υπήρχε μια σπηλιά όπου όλοι όσοι είχαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα μπορούσαν να επισκεφτούν και αναφέροντας το πρόβλημα τους, λάβαιναν μια απάντηση για την επίλυση του με σωφροσύνη. Όλοι άκουγαν μια φωνή, μα ποτέ κανείς δεν είχε δει το πρόσωπο που τους μιλούσε. Ήξεραν πως κάποιος ζούσε μέσα εκεί και φρόντιζαν καθημερινά να του πηγαίνουν τροφή για την επιβίωση του, σεβόμενοι τις συμβουλές του.
Κάποια ημέρα μαζευτήκαν όλοι όσοι είχαν συμβουλευτεί την φωνή του στην πλατεία και με πρόφαση το ενδιαφέρον τουςγια την ύπαρξη αυτού του ανθρώπουαποφάσισαν να λύσουν την περιέργεια τους για την όψη του. Μαζεύτηκαν όλοι έξω από την σπηλιά ζητώντας του να φανεί και να τον ασπαστούν για το καλό που τους είχε κάνει. Ο άνθρωπος της σπηλιάς δεν τους το αρνήθηκε, όπως δεν του είχε αρνηθεί ν’ ακούει το κάθε πρόβλημα τους με υπομονή όταν πήγαιναν να το συμβουλευτούν. Όταν φάνηκε στην είσοδο της σπηλιάς όλοι γύρισαν τα πρόσωπα τους αλλού αποφεύγοντας την ασχήμια του κι έφυγαν απογοητευμένοι για αυτό που αντίκρισαν. Ο άνθρωπος αυτός γνωρίζοντας από πριν την αντίδραση τους μπήκε ξανά με ηρεμία μέσα στη σπηλιά χωρίς να είναι έκπληκτος. Γνώριζε ξεχωριστά τον καθέναν τους, αφού του είχαν εκμυστηρευτεί πολλά περισσότερα από όσα θα του έλεγαν αν δεν άκουγαν μόνο την φωνή του.
Τους ήξερε πολύ περισσότερο από ότι οι ίδιοι τον εαυτό τους, αφού η μόνη του απασχόληση ήταν εκείνοι, έχοντας λυμένο το πρόβλημα της δική του επιβίωσης.
Έτσι περίμενε υπομονετικά το τέλος του χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την αντίδραση που είχαν. Μη επισκεπτόμενοι ποια την σπηλιά για να τον συμβουλευτούν, μα και χωρίς τροφή για να ζήσει.
Η σιωπή της μου δήλωσε ότι είχε ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να ακούσω επιμένοντας να κρύβει το πρόσωπο της και προκαλώντας με να κάνω τις δικές μου σκέψεις.
Κάποιες φορές εμπιστευόμενοι περισσότερο τις αισθήσεις μας αποκλείουμε την επαφή με το βαθύτερο που σου προσφέρει το συναίσθημα.
Το αίσθημα έχοντας πάντα την ενδιάμεση διαδρομή που καταλήγει στην διέγερση του συναισθήματος κάποιες φορές φέρνει αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που του αναλογούν.
Η λογική στην προσπάθεια της να ισορροπήσει την θεμιτή πραγματικότητα αποτυγχάνει σαν ενδιάμεσος παράγοντας σωστών συμπερασμάτων διαστρεβλώνοντας την αλήθεια.
Δεν γνώριζα αν το πρόσωπο της μορφής αυτής ήταν άσχημο η όμορφο, μα με κάποιο τρόπο μου είχε αποκαλύψει ότι η κάθε αίσθηση είχε ξεχωριστή σημασία.
Ότι ίσως το χρησιμότερο είναι να τις ισορροπείς μεταξύ τους, παρά να επιτρέπεις σε κάποια να υπερισχύει της άλλης.
Σε αυτή την αναζήτηση που είχα αποφασίσει μέσα από ματιά αυτής της γυναίκας, έπρεπε οπωσδήποτε να μην βιαστώ με συμπεράσματα.
Σαν συλλέκτης να μαζέψω ότι θα μου δινόταν και αφού τα εκθέσω κάπου όλα μαζί, να δώσω όλη την προσοχή μου και καταλήξω στην αλήθεια που διακρίνω.

Στάθηκα λίγο ακόμα ελπίζοντας ότι θα έβρισκα κάτι περισσότερο σε αυτό το δωμάτιο σαν βοήθημα της αναζήτησής μου.
Με την άκρη του ματιού μου και γυρίζοντας το κορμί μου για να φύγω, αντιλήφθηκα το λοξό της κοίταγμα.
Με είχε ακούσει, με είχε οσμιστεί , μα δεν με είχε δει και αφού της ήταν αδύνατο να με ακουμπήσει ή να με γευτεί, δεν αντιστάθηκε στο πειρασμό να ρίξει μια λοξή ματιά.
Οι ισορροπίες των αισθήσεων, έχουν τον δικό τους ξεχωριστό βαθμό δυσκολίας, ακόμα και στις κατ ιδέα οντότητες.
Το κάθε τι που είναι από εμάς παραγόμενο, είναι ευάλωτο έχοντας αδυναμίες και προδίδουν έτσι, ότι προέρχεται ως δημιούργημα του ανθρώπινου νου.
Η επιστροφή στο πλατύσκαλο δεν μου έδωσε πολλά περιθώρια σκέψης καθώς παρατηρούσα εντυπωσιασμένος τις πλάκες κάτω από τα πόδια μου να πάλλονται, λες και αισθανόντουσαν την παρουσία του κάθε βήματός μου και ταλαντεύονταν ίσως προσπαθώντας να ισορροπήσουν το φορτίο μου.

Charalambos Bastas
Forschungsautor

Μπάστας Χάρης: << Επιστρέφοντας >>

Ένα απόσπασμα από την ανέκδοτη εργασία μου << Rückkehr >> …

Προσπάθησα να διακρίνω από την διαφορά στο παρουσιαστικό τους, την σημασία που είχαν στην συγκεκριμένη στάθμη σκαλοπατιών.
Αναρωτήθηκα ποιά ήταν η διαφορετικότητα τους με την
ανάγκη συνύπαρξής εδώ στο πρώτο πλατύσκαλο μετά από τρία σκαλοπάτια και
με αντίθετη κατεύθυνση το ένα από το άλλο, σαν να ήθελαν γυρισμένη την
πλάτη τους.
Το δίλημμα μου με τον ιστό που απλώνονταν στα πέλματα
επιδιώκοντας την αδράνεια του βηματισμού μου, που προσπαθούσε να με
εμποδίσει, μεγάλωνε.
Ήταν έντονο το συναίσθημα της ανυπομονησίας
μου νανακαλύψω αυτό που αναζητούσα. Μου χάριζε έτσι την ανάλογη
αποφασιστικότητα για να στραφώ βηματίζοντας προς το διάδρομο στα δεξιά
mein, όπου όσο πλησίαζα, έπαιρνε το χρωματισμό που ήθελε να έχει στα
μάτια μου.
Δονήσεις, σκέφτηκα.
Ενεργειακές δονήσεις από χρονικές
παλμικές συχνότητες θα δημιουργήσουν διαγράμματα με τον ανάλογο
χρωματισμό, προσπαθώντας να μου αποκαλύψουν ένα μέρος απ’ αυτό που
αναζητούσα.
Ο διάδρομος που είχα αποφασίσει να διανύσω σε μια
προσπάθεια αποκάλυψης του λόγου ύπαρξης του, ήταν στρωμένος με πλάκες
γαλάζιες κι αρμούς που φωσφόριζαν δίνοντας την εντύπωση, ότι η κάθε
πλακά του διάδρομου είναι ανεξάρτητη η μια από την άλλη.
Ίσως με
αυτό το τρόπο ήθελαν στη ματιά μου να δώσουν μια ερμηνεία, ότι το κάθε
πάτημα μου, είχε κάποια ξεχωριστή σημασία από αυτή του απλού διαδρόμου.
Στα δεξιά διέκρινα μια πόρτα που δεν ακουμπούσε στο διάδρομο, ως ανεξάρτητη απ’ όλο αυτό που διάβαινα.
Όλα σαν ξεχωριστά, μα έδειχναν ένα.
Σαν μιά σειρά γεγονότων εξαρτημένα το ένα από το άλλο για ν’ αποκαλύψουν το τελικό αποτέλεσμα.
Ήταν μισάνοιχτη με φωτισμό στο εσωτερικό τόσο, που μόλις μπορούσα να διακρίνω τους χρωματισμούς.
Την έσπρωξα απαλά κι ανοίγοντας την, προσπάθησα να διακρίνω κάτι που θα
έπρεπε να προσέξω στο εσωτερικό του προστατευόμενου χώρου.
Η ματιά
μου έπεσε πάνω σε μια μορφή που έστεκε όρθια με γυρισμένη την πλάτη σε
εμένα σαν ν’ απέφευγε την αποκάλυψη του προσώπου της.
Αυτό που μου
επέτρεπε να υποθέσω στην προσωρινή σκέψη μου, ήταν ότι ήθελε να προσέξω
την παρουσία της γνωρίζοντας ότι αγνοώ την αλήθεια της.
Με παρότρυνε να εντείνω την προσοχή μου αναγνωρίζοντας την άγνοια μου.
Σε ένα χωριό κάπου κάποτε, την άκουσα αρχίζοντας να μου λέει.
Υπήρχε μια σπηλιά όπου όλοι όσοι είχαν κάποιο σοβαρό πρόβλημα
μπορούσαν να επισκεφτούν και αναφέροντας το πρόβλημα τους, λάβαιναν μια
απάντηση για την επίλυση του με σωφροσύνη. Όλοι άκουγαν μια φωνή, μα
ποτέ κανείς δεν είχε δει το πρόσωπο που τους μιλούσε. Ήξεραν πως κάποιος
ζούσε μέσα εκεί και φρόντιζαν καθημερινά να του πηγαίνουν τροφή για την
επιβίωση του, σεβόμενοι τις συμβουλές του.
Κάποια ημέρα μαζευτήκαν
όλοι όσοι είχαν συμβουλευτεί την φωνή του στην πλατεία και με πρόφαση το
ενδιαφέρον τουςγια την ύπαρξη αυτού του ανθρώπουαποφάσισαν να
λύσουν την περιέργεια τους για την όψη του. Μαζεύτηκαν όλοι έξω από την
σπηλιά ζητώντας του να φανεί και να τον ασπαστούν για το καλό που τους
είχε κάνει. Ο άνθρωπος της σπηλιάς δεν τους το αρνήθηκε, όπως δεν του
είχε αρνηθεί ν’ ακούει το κάθε πρόβλημα τους με υπομονή όταν πήγαιναν να
το συμβουλευτούν. Όταν φάνηκε στην είσοδο της σπηλιάς όλοι γύρισαν τα
πρόσωπα τους αλλού αποφεύγοντας την ασχήμια του κι έφυγαν απογοητευμένοι
για αυτό που αντίκρισαν. Ο άνθρωπος αυτός γνωρίζοντας από πριν την
αντίδραση τους μπήκε ξανά με ηρεμία μέσα στη σπηλιά χωρίς να είναι
έκπληκτος. Γνώριζε ξεχωριστά τον καθέναν τους, αφού του είχαν
εκμυστηρευτεί πολλά περισσότερα από όσα θα του έλεγαν αν δεν άκουγαν
μόνο την φωνή του.
Τους ήξερε πολύ περισσότερο από ότι οι ίδιοι τον
εαυτό τους, αφού η μόνη του απασχόληση ήταν εκείνοι, έχοντας λυμένο το
πρόβλημα της δική του επιβίωσης.
Έτσι περίμενε υπομονετικά το τέλος
του χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την αντίδραση που είχαν. Μη
επισκεπτόμενοι ποια την σπηλιά για να τον συμβουλευτούν, μα και χωρίς
τροφή για να ζήσει.
Η σιωπή της μου δήλωσε ότι είχε ολοκληρώσει
αυτό που ήθελε να ακούσω επιμένοντας να κρύβει το πρόσωπο της και
προκαλώντας με να κάνω τις δικές μου σκέψεις.
Κάποιες φορές
εμπιστευόμενοι περισσότερο τις αισθήσεις μας αποκλείουμε την επαφή με το
βαθύτερο που σου προσφέρει το συναίσθημα.
Το αίσθημα έχοντας πάντα
την ενδιάμεση διαδρομή που καταλήγει στην διέγερση του συναισθήματος
κάποιες φορές φέρνει αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που του αναλογούν.
Η λογική στην προσπάθεια της να ισορροπήσει την θεμιτή πραγματικότητα
αποτυγχάνει σαν ενδιάμεσος παράγοντας σωστών συμπερασμάτων
διαστρεβλώνοντας την αλήθεια.
Δεν γνώριζα αν το πρόσωπο της μορφής
αυτής ήταν άσχημο η όμορφο, μα με κάποιο τρόπο μου είχε αποκαλύψει ότι η
κάθε αίσθηση είχε ξεχωριστή σημασία.
Ότι ίσως το χρησιμότερο είναι να τις ισορροπείς μεταξύ τους, παρά να επιτρέπεις σε κάποια να υπερισχύει της άλλης.
Σε αυτή την αναζήτηση που είχα αποφασίσει μέσα από ματιά αυτής της γυναίκας, έπρεπε οπωσδήποτε να μην βιαστώ με συμπεράσματα.
Σαν συλλέκτης να μαζέψω ότι θα μου δινόταν και αφού τα εκθέσω κάπου όλα
zusammen, να δώσω όλη την προσοχή μου και καταλήξω στην αλήθεια που
διακρίνω.

Στάθηκα λίγο ακόμα ελπίζοντας ότι θα έβρισκα κάτι περισσότερο σε αυτό το δωμάτιο σαν βοήθημα της αναζήτησής μου.
Με την άκρη του ματιού μου και γυρίζοντας το κορμί μου για να φύγω, αντιλήφθηκα το λοξό της κοίταγμα.
Με είχε ακούσει, με είχε οσμιστεί , μα δεν με είχε δει και αφού της
ήταν αδύνατο να με ακουμπήσει ή να με γευτεί, δεν αντιστάθηκε στο
πειρασμό να ρίξει μια λοξή ματιά.
Οι ισορροπίες των αισθήσεων, έχουν τον δικό τους ξεχωριστό βαθμό δυσκολίας, ακόμα και στις κατ ιδέα οντότητες.
Το κάθε τι που είναι από εμάς παραγόμενο, είναι ευάλωτο έχοντας
αδυναμίες και προδίδουν έτσι, ότι προέρχεται ως δημιούργημα του
ανθρώπινου νου.
Η επιστροφή στο πλατύσκαλο δεν μου έδωσε πολλά
περιθώρια σκέψης καθώς παρατηρούσα εντυπωσιασμένος τις πλάκες κάτω από
τα πόδια μου να πάλλονται, λες και αισθανόντουσαν την παρουσία του κάθε
βήματός μου και ταλαντεύονταν ίσως προσπαθώντας να ισορροπήσουν το
φορτίο μου.

Charalambos Bastas
Forschungsautor

Komm Baby, weine nicht, beruhige dich und hör auf, gib mir deine kleine Hand, um dein Feuer zu löschen.

Ανέσυρα πάλι από τις παλιές μου σημειώσεις ένα ποιηματάκι, και θέλω να το δημοσιεύσω, μια και είμαι σε μια περίοδο ανοίγματος ψυχής και εκμηστηρεύσεων. Γράφω και δυο λόγια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε, για να θυμίσω σε δικούς μου ανθρώπους και για να μοιραστώ τα συναισθήματά μου με όσους τους αγγίξει το θέμα.
Es war sein Sommer 1983. Βρισκόμουν στο εξοχικό μας με την γυναίκα μου την Πέπη και τα δυο παιδιά μου, Kleine, 8 Maria und 3 Kostas ist Jahre alt.
Εκείνο το βράδυ είχα μεγάλη στενοχώρια, γιατί η Μαρία είχε αρρωστήσει και το θερμόμετρο είχε χτυπήσει τα 40. Η Πέπη ήταν όλο ανησυχία και παρόλον ότι ήταν μια από τις συνηθισμένες καταστάσεις που περνούν τα μικρά παιδιά, Die Situation hatte uns sehr getroffen. Όλοι ξέρουμε ότι είναι άλλο πράγμα να εκλογικεύεις μια κατάσταση που αφορά τα άλλα παιδιά και άλλο να την βιώνεις εσύ στα δικά σου παιδιά.
Meine Unfähigkeit, irgendetwas zu tun, για να ανακουφίσω το παιδί μου και να ηρεμήσω την Πέπη με οδήγησε στο να γράψω το ποιηματάκι που σας παρουσιάζω σήμερα.

Komm schon, Baby, weine nicht
beruhige dich und höre auf
gib mir deine kleine Hand
um dein Feuer zu löschen.

Und‘ wenn dir jetzt etwas weh tut
Mein Herz, sei kein Schatten
ICH ‚ma ‚Hier ist deine Mutter.
Ei, kratz es nicht,

Gib mir Zeit zum Schauen
süße haselnussbraune Augen
mich in ihrem Blick zu verlieren
um jede Bedeutung auszulöschen

Mein Stolz, das Fieber
es verbrennt dich, es betäubt dich
Deine Lippen sind fest
und mein Herz schmilzt

Wie t‘ Halt meine Puppe fest
Lass dich von der Krankheit umwerfen
Und‘ απ‘ Dein Körper ist Leben
mit Arglist zum Saugen;

Viel Glück beim Laufen
Streue alte Myrrhe
N‘ öffne seine Augen
rundherum strahlen

 

Komm Baby, weine nicht, beruhige dich und hör auf, gib mir deine kleine Hand, um dein Feuer zu löschen.

Ich hielt an
noch einmal aus meinen alten Notizen ein kleines Gedicht, und ich möchte
veröffentlichen, da ich mich in einer Zeit der Seelenöffnung befinde und
Zertifizierungen. Ich schreibe auch ein paar Worte über die Umstände, unter denen
wurde geschrieben, um meine Leute daran zu erinnern und sie zu teilen
meine Gefühle gegenüber den Betroffenen.
Es war sein Sommer
1983. Ich war mit meiner Frau Pepi, uns beiden, in unserem Sommerhaus
meine Kinder, Kleine, 8 Maria und 3 Kostas ist Jahre alt.
Das hier
Am Abend war ich sehr verzweifelt, weil Maria krank geworden war und die
Thermometer hatte das erreicht 40. Pepi war voller Sorge und trotzdem
Es war eine der häufigsten Situationen, die kleine Kinder durchmachen,
Die Situation hatte uns sehr getroffen. Wir alle wissen, dass es eine andere Sache ist
eine Situation zu rationalisieren, an der andere Kinder beteiligt sind, und ein anderes dazu
Sie erleben es bei Ihren eigenen Kindern.
Meine Unfähigkeit, irgendetwas zu tun, um zu
Mein Kind zu trösten und Pepi zu beruhigen, brachte mich zum Schreiben
das kleine Gedicht, das ich euch heute vorstelle.


Komm schon, Baby, weine nicht
beruhige dich und höre auf
gib mir deine kleine Hand
um dein Feuer zu löschen.

Und‘ wenn dir jetzt etwas weh tut
Mein Herz, sei kein Schatten
ICH ‚ma ‚Hier ist deine Mutter.
Ei, kratz es nicht,

Gib mir Zeit zum Schauen
süße haselnussbraune Augen
mich in ihrem Blick zu verlieren
um jede Bedeutung auszulöschen

Mein Stolz, das Fieber
es verbrennt dich, es betäubt dich
Deine Lippen sind fest
und mein Herz schmilzt

Wie t‘ Halt meine Puppe fest
Lass dich von der Krankheit umwerfen
Und‘ απ‘ Dein Körper ist Leben
mit Arglist zum Saugen;

Viel Glück beim Laufen
Streue alte Myrrhe
N‘ öffne seine Augen
rundherum strahlen