Tag Archives: Giannis Morphonios

ΠΟΙΗΜΑ: ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

ΠΟΙΗΜΑ: ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ
Τον Απρίλη του 1997, το ένα παιδί μου αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα στο
ξεκίνημα της επαγγελματικής του ζωής, απ’ αυτά που όλα τα παιδιά
αντιμετωπίζουν, εξ αιτίας κακόβουλων ανταγωνιστικών συμπεριφορών κάποιων
συναδέλφων στο χώρο δουλειάς.
That night, σκεφτόμουν πώς θα
μπορούσα να ενδυναμώσω το παιδί μου και να το οπλίσω με θάρρος και
αυτοπεποίθηση. Τότε σκέφτηκα ότι ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να μιλήσω
από καρδιάς και έτσι προέκυψε το ποίημα αυτό:


Αν δίπλα σου βρυχάται ένα θηρίο
εσύ να συνεχίσεις άφοβα το δρόμο.
Να μη σταθείς, το βλέμμα μη λοξεύεις.
Ίσια κορμί, με λεβεντιά όσο μπορείς να το ψηλώσεις.

And’ αν περπατώντας δύσκολα σου τύχουν
and’ αντάρα και μαυρίλα σε τυλίξουν,
το δρόμο απτα μάτια σου αν χάσεις,
σαν καρυδότσουφλο η θύελλα αν σε κλωνίζει ,

τα μάτια της ψυχής σου να στηλώσεις
σε δρόμους, που το πνεύμα σου χαράζει
και ώσαμε το τέρμα διάβαινέ τους,
σίγουρος πως εκεί ότι ποθείς θα τό’βρεις

Κουράγιο άντλησε απ΄ του μυαλού σου τις πηγές,
γιομάτες ως απάνω απτο νερό της γνώσης
Στηρίξου σε κλαδιά πλεγμένα από εμπειρίες,
που στη ζωή σου λίγο-λίγο τις μαζεύεις.

Μην σε πλανεύουν καυxησιές των άλλων,
που δίχως δισταγμό ξεδιάντροπα εκστομίζουν
Εσύ μην παρασύρεσαι απτο στόμφο,
που όσο πιο μεγάλος τόσο τζούφιες σκέψεις.

Να ξεμακραίνεις με σπουδή από τους τέτοιους,
να μην ενδίδεις, μην τροφή τους δίνεις
να συνεχίζουν κορδωμένοι ναλαλάζουν,
να χαίρονται γιατί ‘ναι πρώτοι απ’ everyone

M’ αυτά είναι κίβδηλη χαρά, ανικανοποίητη,
γιατί στο βάθος ξέρουν πόσο αξίζουν
και προσπαθούν τα μέσα τους να κρύψουν
με ασημόσκονη, and’ αυτή ‘ναι νοθευμένη.


Come on baby don't cry calm down and stop give me your little hand to put out your fire.

Ανέσυρα
πάλι από τις παλιές μου σημειώσεις ένα ποιηματάκι, και θέλω να το
δημοσιεύσω, μια και είμαι σε μια περίοδο ανοίγματος ψυχής και
εκμηστηρεύσεων. Γράφω και δυο λόγια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες
γράφτηκε, για να θυμίσω σε δικούς μου ανθρώπους και για να μοιραστώ τα
συναισθήματά μου με όσους τους αγγίξει το θέμα.
It was his summer
1983. Βρισκόμουν στο εξοχικό μας με την γυναίκα μου την Πέπη και τα δυο
παιδιά μου, little ones, 8 Maria and 3 Kostas is years old.
That one
το βράδυ είχα μεγάλη στενοχώρια, γιατί η Μαρία είχε αρρωστήσει και το
θερμόμετρο είχε χτυπήσει τα 40. Η Πέπη ήταν όλο ανησυχία και παρόλον ότι
ήταν μια από τις συνηθισμένες καταστάσεις που περνούν τα μικρά παιδιά,
the situation had affected us a lot. Όλοι ξέρουμε ότι είναι άλλο πράγμα
να εκλογικεύεις μια κατάσταση που αφορά τα άλλα παιδιά και άλλο να την
βιώνεις εσύ στα δικά σου παιδιά.
My inability to do anything, για να
ανακουφίσω το παιδί μου και να ηρεμήσω την Πέπη με οδήγησε στο να γράψω
το ποιηματάκι που σας παρουσιάζω σήμερα.


Come on baby don't cry
calm down and stop
give me your little hand
to put out your fire.

And’ if something hurts you now
my heart, don't be a shadow
I'm here, your mother.
Egg, don't scratch it,

give me time to look
sweet hazel eyes
to lose myself in their gaze
to erase all meaning

My pride, the fever
it burns you, it drugs you
your lips are tight
and my heart melts

How t’ hold on my doll
let the illness knock you down
and’ απ’ your body is life
with guile to suck;

Good luck running
scatter old myrrh
n’ open his eyes
to shine all around